Κυριακή, 28 Ιουλίου 2013

O JJ Cale στο πάρκο της Ευαγγελίστριας

Με αφορμή την ανάγνωση της είδησης του θανάτου του JJ Cale, είπα να τινάξω από πάνω μου έστω ένα μικρό μέρος από τη σκόνη που με έχει πλακώσει και κάνει το ιστολόγιο να φαντάζει πιο εγκαταλειμμένο και από τη Νέα Ορλεάνη μετά το πέρασμα του τυφώνα Κατρίνα και να γράψω δυο γραμμές. Δε σκοπεύω να ξεσκουριάσω με επικήδειους για τον συμπαθέστατο Cale. Δεν ήμουν ποτέ ειδήμων της μουσικής του, αν και συναντιόμασταν συχνά-πυκνά, είτε στους δίσκους του λατρευτού μου Slowhand, είτε σε αυτούς των Lynyrd Skynyrd, είτε τέλος όταν η αρμάδα των Mule επέλεγαν να διασκευάσουν το προσωπικό αγαπημένο Cajun Moon. Πέραν αυτών όμως, ο μακαριστός είναι καταδικασμένος να μου στοιχειώνει τη μνήμη για έναν άλλο, άκρως λακωνικό λόγο. 
Πρέπει να ήταν πριν καμιά δεκαριά χρόνια, καλοκαίρι, όταν για να σκοτώσω αυτές τις μίζερες πρώτες βραδινές ώρες μέχρι να αρχίσω να πίνω μπύρες χωρίς τον κίνδυνο η αδυσώπητη κοινωνία να με  χαρακτηρίσει μπεκρή, κατέληξα με έναν καλό φίλο στο πάρκο της μητρόπολης, το οποίο είχε παραχωρηθεί σε τοπικό ωδείο για να παρουσιάσουν εκεί οι σπουδαστές του την καλοκαιρινή τους γιορτή. Δεν πίστευα σε τίποτα, δεν ήλπιζα σε τίποτα από το σόου, ήμουν ελεύθερος. Είχα γνώση του τι σημαίνει γιορτή ωδείου στην επαρχία. Απλά πετάμε στο πάλκο τα πιτσιρίκια να παίξουν ότι τα φωτίσει ο θεός Απόλλωνας και να τα αποθεώσουν από κάτω μανάδες, πατεράδες, θειάδες, παππούδες και γιαγιάδες ωσάν να άκουγαν τον Marcus Roberts. Παρόλα αυτά, το πάρκο ήταν -και είναι πολύ- όμορφο με ένα μάλλον πεύκο -είμαι τραγικά ανεπαρκής στο να αναγνωρίσω στοιχειώδεις φιγούρες της εγχώριας χλωρίδας- να δεσπόζει, το οποίο ταλαιπωρείται συστηματικά επί έτη στολιζόμενο με χρωματιστά πανηγυριώτικα λαμπιόνια μεγέθους όσο και το κεφάλι μου, ανεξαρτήτως περίστασης. Απορώ που γράφω καλά λόγια για τον εν λόγω χώρο, καθώς λίγα χρόνια πριν από το δρώμενο που περιγράφω, εκεί είχε λάβει χώρα το μουσικό βατερλό εμού και αδερφικών μου φίλων, σε μια ανεκδιήγητη συναυλία με πολύ παρασκήνιο και ακόμα περισσότερο γέλιο. Περασμένα ξεχασμένα, καλή καρδιά και πάμε παρακάτω. Εκεί λοιπόν που εμείς σκοτώναμε την ώρα μας και οι μικροί μας φίλοι έστηναν στο απόσπασμα το αφαν γκατέ της παγκόσμιας μουσικής, ο ολίγον φαφλατάς υπεύθυνος της σχολής ανακοίνωσε με καμάρι που όμοιό του δε θα είχε ούτε αν παρουσίαζε τους Allman Brothers, ότι θα ακολουθούσε η ροκ μπάντα της σχολής. Συνέχισε λέγοντας ότι το εναρκτήριο τραγούδι του προγράμματος θα ήταν το γνωστό και μη εξαιρετέο Cocaine του JJ Cale. Όλα καλά ως εδώ. Εύκολο κομματάκι, σκέφτηκα, καλή επιλογή για αναδυόμενους ροκ αστέρες. Ποιος μπλέκει τώρα καλοκαιριάτικα με Hendrix και άλλα άκρως απαιτητικά ακούσματα. "Όμως" αναφωνεί ο υπεύθυνος, αποσπώντας μου την προσοχή από την καταδικασμένη σε ήττα μάχη μου με τα κουνούπια, "επειδή σκοπός της σχολής δεν είναι να προσφέρει απλά μουσικές γνώσεις αλλά και να διαπαιδαγωγεί συνάμα, θα τροποποιήσουμε τους στίχους και στη θέση του σατανικού ναρκωτικού Cocaine, θα αναφωνούμε όλοι μαζί So pray". Κοιταζόμαστε με τον κολλητό, ξαναστρέφουμε το βλέμμα προς τη σκηνή περιμένοντας να ακούσουμε κάτι σαν "έλα ρε μαλάκες, πλάκα έκανα", αλλά μάταια. Η μπάντα είχε αρχίσει να εκτελεί ποικιλοτρόπως το κομμάτι και όπως κυλούσαν τα μέτρα και φτάναμε στο σημείο που ο τραγουδιστής θα καλείτο να θάψει την κοκαΐνη κάτω από προσευχές υπό το βλέμμα πάντα της οικοδέσποινας Ευαγγελίστριας, ένιωθα σαν να πηγαίνω καρφί σε μαντρότοιχο χωρίς φρένα. Οι προσευχές μου δεν εισακούστηκαν, έπαιζα άλλωστε εκτός έδρας -και σε τι έδρα, κανονικό Μπερναμπέου- και τελικά το άσμα του Cale μεταμορφώθηκε με ελάχιστη προσπάθεια και σπαρτιατικώ τω τρόπω σε ορθόδοξο ύμνο. Και πέρασαν αυτοί καλά κι εγώ χειρότερα, καθώς κλήθηκα να ανταπεξέλθω στο χτύπημα με υπέρμετρη κατανάλωση ζύθου με όλα τα δεινά που αυτός προκαλεί σε ουροποιητικό και νευρικό σύστημα. Μια απορία μόνο έχω εδώ και τόσα χρόνια αναπάντητη. Αφού ρε άνθρωπε ήθελες να ευχαριστήσεις τον ορθόδοξο μουλά για την παραχώρηση του πάρκου ή δεν ξέρω κι εγώ για ποιον άλλο λόγο, έπρεπε να διαλέξεις το Cocaine για τη ροκ ενότητα της βραδιάς; Τόσα γκόσπελ υπάρχουν που υμνούν το μεγαλοδύναμο, χάθηκε να βρεις ένα απ' αυτά; Τι σου λέω τώρα θα μου πεις. Εσύ είσαι ικανός να τροποποιήσεις και το Mr. Crowley και να το φέρεις σε χριστιανικό mood. Ρε μπας και ήταν κάπου εκεί κοντά ο Σαββόπουλος και εμπνεύστηκε όλες αυτά τα αίσχη τα χρόνια που ακολούθησαν; 
Όπως και να έχει, Mr. Cale, thanks for the memories...!

Τον Νίκο Μαμαγκάκη τον έμαθα πρώτη φορά με αφορμή το θάνατό του πριν από λίγες ημέρες, αλλά πρόλαβα ήδη να αγαπήσω μια φράση του: «Η ζωή δεν είναι μόνο καθωσπρεπισμός. Είναι απ' όλα, είναι και χυδαιότητα. Φτάνει να είναι στη σωστή δόση. Αυτό είναι νομίζω το ζητούμενο της ζωής. Αν δεν το παραδεχτείς, είσαι καταδικασμένος»       

Κυριακή, 12 Μαΐου 2013

Τριπλέτα

Μόνο για την ελληνική τζαζ πρέπει να έχει ξεκινήσει ευοίωνα το έτος. Και πώς να είναι διαφορετικά όταν πλέον οι ζωντανές εμφανίσεις σπουδαίων σχημάτων υποστηρίζονται και από δισκογραφικές κυκλοφορίες που σέβονται τόσο τους καλλιτέχνες όσο και το ακροατήριο. Ακολουθούν τρεις από αυτές, χωρίς σε καμιά περίπτωση να είναι και οι μοναδικές, αφού υπάρχουν κι άλλες, όπως για παράδειγμα αυτή του Χάρη Λαμπράκη, που έχω στο πρόγραμμα να ακούσω κάποια στιγμή. Το ότι δύο από τους δίσκους που ακολουθούν είναι βασισμένοι σε διασκευές μουσικών που δεν ανήκαν στη τζαζ, ουδόλως μειώνει την αξία τους από τη στιγμή που υπηρετείται στο έπακρο το βασικό πρόσταγμα του είδους που δεν είναι άλλο από τον αυτοσχεδιασμό. Καλή απόλαυση!

Andreas Polyzogopoulos - Heart Of The Sun (The Music Of Pink Floyd)
Πριν ξεκινήσω να γράφω για τον δίσκο του Πολυζωγόπουλου, έκανα μια επίσκεψη στο site του για να διαπιστώσω ξανά ότι όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, τον Ανδρέα θα βρεις από κάτω να παίζει την τρομπέτα του, είτε σε δίσκους καλλιτεχνών εγνωσμένης αξίας (όπως το εξαιρετικό Global Vision του Τρανταλίδη, το Στην Κοιλιά του Κήτους των Mode Plagal ή στα άλμπουμ του Θανάση Παπακωνσταντίνου) είτε σε αυτούς νεότερων καλλιτεχνών (όπως το πολύ καλό Black Mamba του φλαουτίστα Λεωνίδα Σαραντόπουλου, το οποίο διατίθεται εδώ). Το Heart Of The Sun είναι για τον Πολυζωγόπουλο η δεύτερη προσωπική δισκογραφική δουλειά αν κανείς συνυπολογίσει και τον δίσκο των Poly Quartet, ένα είδος τάματος, όπως ο ίδιος γράφει στο εσώφυλλο του δίσκου, απέναντι στο αγαπημένο του συγκρότημα και τη ροκ πλευρά του εαυτού του. Συνεπικουρούμενος από τους Κωστή Χριστοδούλου στα πολλών ειδών πλήκτρα, Βασίλη Στεφανόπουλο στο μπάσο και Srdjan Ivanovic στα τύμπανα, ο Πολυζωγόπουλος διαλέγει τραγούδια που αποτέλεσαν ορόσημο για τους Floyd, όλα γνωστά στους περισσότερους ίσως πλην του ψυχεδελικού ύμνου της πρώιμης περιόδου τους, το Set The Controls For The Heart Of The Sun. Ο Πολυζωγόπουλος διαλέγει να σεβαστεί σχεδόν μέχρι κεραίας τις βασικές μελωδίες κάθε τραγουδιού, τις οποίες εκτελεί κατά κανόνα ο ίδιος με τον ήχο της τρομπέτας συχνά παραμορφωμένο από ποικίλα εντυπωσιακά εφέ, πάνω σε ένα χαλί που του στρώνουν οι υπόλοιποι και χαρακτηρίζεται από το αρραγές ρυθμικό μέρος των Στεφανόπουλου και Ivanovic, με τον τελευταίο να επιφυλλάσσει ορισμένα εξαιρετικά παιξίματα στα Time, Have A Cigar, Another Brick In The Wall και Money και τον Χριστοδούλου να απλώνει τα ηχητικά του πλοκάμια σχεδόν σε κάθε δευτερόλεπτο του δίσκου, είτε επιλέγοντας να απογειώσει με το Rhodes το riff του Have A Cigar, είτε αποδίδοντας φόρο τιμής με τα αναλογικά εφέ του στην ψυχεδελική πλευρά του συγκροτήματος, την οποία -εγγυημένα σας το γράφω- γνωρίζει όσο λίγοι. Μεγάλα solo για τον τρομπετίστα στα One Of My Turns, Set The Controls, Another Brick In The Wall και όρισμένα ερωτήματα να πλανώνται φευγαλέα στο κεφάλι μου. Μήπως σε ορισμένα σημεία ο Πολυζωγόπουλος έδειξε υπερβολικό σεβασμό στο έργο των Pink Floyd; Μήπως μας έπαιρνε και για κάποια άλλα, λιγότερα προβεβλημένα, τραγούδια; Ερωτήματα όμως που θα μείνουν τέτοια και που δεν αλλοιώνουν στο ελάχιστο την ουσία, ότι δηλαδή πρόκειται για ένα σπουδαίο δίσκο.

The Next Step Quintet
Δεν ξέρω σε ποια κατάσταση βρίσκεται η Μουσική Ακαδημία της Κέρκυρας, δεδομένης της πλουσιοπάροχης υποστήριξης της κυβέρνησης στα ακαδημαϊκά ιδρύματα, αλλά ξέρω τούτο. Μπορεί να αισθάνεται περήφανη που τέσσερις μαθητές της αποτελούν την ψυχή αυτού του σχήματος. Μάνος, Ποδαράς, Κότσιφας και Παπαδόπουλος σε μπάσο, τύμπανα, κιθάρα και πιάνο βρήκαν κι έδεσαν με τον Τσουκαλά στο σαξόφωνο και ιδού το πρώτο τους δισκογραφικό πόνημα, το οποίο περιλαμβάνει εννέα συνθέσεις με επιρροές που ποικίλλουν ανάμεσα σε θέματα που φέρνουν στο μυαλό τον McCoy Tyner και σε άλλα που παραπέμπουν άμεσα ή έμμεσα στην τεράστια κληρονομιά του Esjborn Svensson. Μεγάλο κατόρθωμα της μπάντας η ισορροπία που επιτυγχάνεται ανάμεσα στα τρία σολιστικά όργανα (πιάνο, σαξόφωνο και κιθάρα). Ογκόλιθος ο άρτι ολοκληρώσας επιτυχώς τη θητεία του στο μεγάλο σχολείο των Baby Trio του Κοντραφούρη ο Ποδαράς, λυρικός στο πιάνο ο Παπαδόπουλος, εκρηκτικός και συχνά παραπέμπων στον Jonathan Kreisberg ο Κότσυφας, στιβαρός ο Μάνος, πλούσια η φρασεολογία του Τσουκαλά. Προσωπικά αγαπημένα τα Regression, Insomnia, The Urchin, Esbjorn και Obsession (σχεδόν ολόκληρος ο δίσκος δηλαδή). Να σημειώσω εδώ ότι τους Μάνο και Παπαδόπουλο μπορείτε να τους ακούσετε και με το τρίο του Αλέξανδρου Κτιστάκη.   

Dimitris Kalantzis Quintet and String Orchestra of Patras - Modes and Moods (Music by Mikis Theodorakis)

Αντιγράφω τις γραμμές του Δημήτρη Καλαντζή από το εσώφυλλο του δίσκου:
Τρόποι και διαθέσεις.
Κραυγή ελευθερίας και Προσευχή, Έρωτες και Πόλεμοι.
Έτσι έχει γράψει μέσα μου ο Μίκης Θεοδωράκης.
Η μουσική του στα αυτιά μου ακούγεται βυζαντινή.
Ισοκράτες, μουσικοί τρόποι, κατανυκτική διάθεση... Coltrane...
Κανείς δεν ξέρει τελικά, αν οι προσευχές των ανθρώπων βρίσκουν παραλήπτη, 
αλλά είναι βέβαιο πως κάπου συναντώνται μεταξύ τους. 
Ο Καλαντζής φαντάζεται και σχεδιάζει αυτό το αφιέρωμα στο έργο του Θεοδωράκη εν είδει διαλόγου του έργου του με αυτό του Coltrane, καθώς και στους δύο ο πιανίστας διακρίνει κοινό τόπο στην αναζήτησή τους με το δικό τους Θείο και Υπέρτατο, και όχι άδικα. Love Supreme ο ένας, Άξιον Εστί ο άλλος. Το κουιντέτο του παραμένει το ίδιο όπως και στο αφιέρωμα στον Χατζηδάκι με τον ίδιο στο πιάνο, Πατερέλη στο άλτο σαξόφωνο, Πολυζωγόπουλο στην τρομπέτα, Κτιστάκη στα τύμπανα και Γεωργιάδη στο μπάσο. Στη θέση της Καμεράτας βρίσκεται αυτή τη φορά η Ορχήστρα Πατρών την οποία διευθύνει ο Μίλτος Λογιάδης ενώ το score για αυτή έχει γράψει ο Γιάννης Αντωνόπουλος. Τα περισσότερα εύσημα για την έμπνευση του έργου ασφαλώς και έχουν ως αποδέκτη τον Καλαντζή, αλλά επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι αυτός που υλοποιεί ουσιαστικά τη ζεύξη που είχε στο μυαλό του ο μαέστρος, είναι ο Πατερέλης. Όντας σε μια αέναη δαιμονιώδη φόρμα, είτε ηχογραφεί είτε παίζει ζωντανά (τον άκουσα πριν περίπου ένα μήνα και χάζεψα για ακόμη μια φορά), ο Πατερέλης εκμεταλλεύεται τον άπλετο χώρο που γεναιόδωρα του παραχωρεί ο Καλαντζής και φροντίζει να συστήνει τον John στον Μίκη, τοσο τον Coltrane του Blue Train όσο και αυτόν του Africa ή του Live At Birdland. Ακούστε τον στην Όμορφη Πόλη, στο Την Πόρτα Ανοίγω Το Βράδυ  ή στο Της Αγάπης Αίματα και νομίζω θα συμφωνήσετε. Σπουδαίος ο ρόλος της ορχήστρας στα περισσότερα κομμάτια, αυτοσχεδιαστική μαγεία στα τελευταία λεπτά του Γελαστού Παιδιού από τους Καλαντζή, Πολυζωγόπουλο, Κτιστάκη και Γεωργιάδη, hardbop όργια από τους πνευστούς και το πιάνο στο Του Μικρού Βοριά. Από τα καλύτερα φινάλε δίσκου η Άρνηση, με το λιτό παίξιμο του Καλαντζή και την τρομπέτα του Πολυζωγόπουλου να σου απαγγέλλει Σεφέρη.

Στο περιγιάλι το κρυφό,
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι
μα το νερό γλυφό.    

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της
Ωραία που φύσηξε ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή .

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Πέμπτη, 9 Μαΐου 2013

Τι την έκανε τη μπάλα ο Θεός;

Από μικρός είχα μια ευκολία να προδίδω χωρίς ιδιαίτερες τύψεις τα λάβαρα και τις σημαίες. Ήμουν από αυτούς που υποστήριζα άλλη ομάδα στο ποδόσφαιρο, άλλη ομάδα στο μπάσκετ. Μη σου πω και άλλη ομάδα στο βόλεϋ, όταν στην Ορεστιάδα έπαιζε ο μακαρίτης ο Νίκος Σαμαράς, τότε που η Θράκη φάνταζε για μένα πιο μακριά και από τις νήσους Πάσχα, τότε που ούτε που φανταζόμουν ότι μετά από χρόνια θα πίνω φραπέδες στην κεντρική πλατεία της πόλης προάγοντας τον λεγόμενο στρατιωτικό τουρισμό. Έτσι λοιπόν, υποστήριζα Ολυμπιακό στη μπάλα και Παοκ στο μπάσκετ. Συγχωρήστε με αγαπητοί φανατικοί, αλλά από τον αγαθό γίγαντα Καμπούρη και τον Παπαδάκο, προτιμούσα τον Μπάνε, τον Μπάρλοου και τον ιπτάμενο Κλιφ Λίβινγκστον. Υποστήριζα τον Πάοκ εν γνώσει μου ότι τα κατορθώματα του αιώνιου αντιπάλου Άρεως θα ήταν αξεπέραστα. Ίσως ενδόμυχα υποστήριζα τον Πάοκ επειδή τον Άρη τον αποκαλούσαν αυτοκράτορα. Δεν ήμουν ο μόνος προδότης στη γειτονιά, μου έρχονται στο μυαλό τουλάχιστον αλλοι τρεις αδερφικοί φίλοι που έκαναν το ίδιο γούστο, με διαφορετικούς ίσως συνδυασμούς ομάδων. Υπήρχε και χειρότερος, που άλλαζε ομάδα κάθε δυο-τρία χρόνια μέχρι να καταλήξει στην Άεκ. Ποτέ κανείς μας δεν υπήρξε αντικείμενο χλευασμού. Ίσως σε αυτό να βοήθησε η ανεξιθρησκία της υπέροχης παιδικής γειτονιάς μου. "Κώστα, ο Σάκης από σήμερα παύει να είναι Πανιώνιος". "Και τι θα γίνει"; "Άεκ, λέει". "Α, οκέη". Κάπως έτσι και τόσο απλά. Και παίζαμε, και χτυπιόμασταν, και νύχια ξεκόλλησαν στις πέτρες, και δόντια έσπασαν στα τουράκια, και αρπαζόμασταν για λίγο, και βολτάραμε με τα μπιεμεξ ποδήλατα, και ξυπνούσαμε με βαριά καρδιά να πούμε τα κάλαντα αποκλειστικά και μόνο για την κονόμα, άλλοι έφτιαχναν σπαθιά, άλλοι αυτοανακηρύσσονταν Ά Μέγας Βασιλιάς, Β' Μέγας Βασιλιάς και πάει λέγοντας μέχρι να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι. Και γίνονταν όλα αυτά στο δρόμο. Το πόσο λίγο ήμουν σπίτι μου εκείνα τα χρόνια το διαπίστωσα πολύ αργότερα, τότε που σε παρέες όλοι μνημόνευαν την τάδε ή δείνα τηλεοπτική σειρά της κρατικής κι εγώ δεν ήξερα τη μαύρη τύφλα μου. Εντάξει, ήξερα ότι υπάρχει μια χώρα που την έλεγαν Φρουτοπία όπου έμενε ο Αιμίλιος το Μήλο, αλλά ως εκεί. Μάλλον όταν προβαλλόταν, έπαιζα ποδόσφαιρο με σπόντες -ντόπια αποκλειστικότητα- στον τάφο του Λεωνίδα. Ήξερα ότι ο Φιόγκος ήταν φα δίεση και ο Ρούχλας ήταν λα, αλλά για το πού τραγουδούσε ο Σεβαστιανός δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Μάλλον θα έπαιζα μπάσκετ στο αυτοσχέδιο Μέλαθρο της αυλής του Ψηλού. Έπαιξα μπάσκετ και σε ασφάλτινα γήπεδα, και σε παρκέ, και σε ανοιχτά και σε κλειστά -ή ημίκλειστα αν αναλογιστεί κανείς το πόσο έσταζαν όταν έπιαναν οι μπόρες στη Λακεδαίμονα. Σαν του Ψηλού πουθενά και ο λόγος ήταν τελικά απλός. Γιατί παίζαμε το παιχνίδι που μας άρεσε, όπως θέλαμε εμείς. Σε ελεύθερη διασκευή που λένε και οι καλλιτέχνες. Ένα στεφάνι υπερβολικά χαμηλό για να καρφώνουν όλοι ή σχεδόν όλοι. Με ασαφή τα όρια του γηπέδου και την μπάλα να παίζει ακόμη και πίσω στον χορταριασμένο ακάλυπτο. Μπορούσες να σουτάρεις από όπου τράβαγε η ψυχή σου, ακόμη και πάνω από τη σιδερένια σκάλα. Δεν σφυρίζονταν σχεδόν ποτέ βήματα για όσους ήταν επιρρεπείς. Το παιχνίδι πρώτα, οι κανόνες ύστερα. Σε αυτό το μυθικό τερέν και σε όλα τα γήπεδα που βρέθηκα με φίλους για να παίξω μπάσκετ, όλοι μας δοκιμάζαμε από κάτι περίτεχνο. Τη σταυρωτή-και-αμέσως-πίσω-από-την-πλάτη ντρίμπλα του Ντράζεν. Την αλλού-κοιτάω-αλλού-τη-δίνω πάσα του Μάτζικ. Τα ραβερσέ του Τζαμπάρ. Το κάρφωμα με ανοιχτά τα πόδια του Τζόρνταν, όταν ήταν χαμηλή η μπασκέτα. Το αστείο στυλ του Τζον Κόρφα. Δε θυμάμαι, όμως, ποτέ και κανέναν να δοκίμασε να κάνει κάποιο από τα κόλπα του Γκάλη. Όλοι τον ήξεραν και αντιμετώπιζαν με δέος αλλά κανείς δεν τολμούσε να τον μιμηθεί. Πάλι μετά από καιρό, προσπάθησα να δώσω μια ερμηνεία και κατέληξα στο ότι το μεγαλείο του Γκάλη δεν μπορούσε να αναπαραχθεί χωρίς το μοναδικό φονικό του βλέμμα και χωρίς αντιπάλους απέναντί του. Όπως το τάνγκο θέλει δύο, όπως ο γκάνγκστερ ζει και αναπνέει μόνο όταν υπάρχουν μπάτσοι ή αντίπαλες συμμορίες, έτσι και ο Γκάλης ήθελε αντίπαλο, έναν ή πολλούς. Κάθε σπάσιμο της μέσης, κάθε ντρίμπλα που άφηνε τον αντίπαλο να χαζεύει την τριχωτή του πλάτη, είχαν χάρη όταν γίνονταν μόνο από τον Γκάλη. Τι γούστο θα είχε να επιχειρήσει κανείς το τριπλό σπάσιμο στον αέρα όταν θα έλειπαν οι Τσατσένκο και Βολκόφ; Πόση ομορφιά μένει σε μια προσποίησή του όταν δεν αφήνει αποσβωλομένο τον Κούκοτς; Δυο μέρες τώρα χαζεύω αποσπάσματα από την εκδήλωση που έγινε προς τιμή του και βουρκώνω. Ξέρεις γιατί; Γιατί όταν ήρθε ο Γκάλης στην Ελλάδα, έμοιαζε με το να παίρνεις έναν λευκό καρχαρία και να τον πετάς σε ένα ενυδρείο για μαρίδες. Οι δύο πιο πιθανές λύσεις στο πρόβλημα θα ήταν είτε ο καρχαρίας να πεθάνει ασφυκτιώντας, είτε να καταλάβει κανείς έγκαιρα το λάθος και να τον γυρίσει στον ωκεανό. Ο Γκάλης επιφύλλασε για τον ελληνικό αθλητισμό την πλέον σουρρεαλιστική λύση. Να μεγεθύνει μόνος του το ενυδρείο και να πάρει από το χεράκι τις μαρίδες και να τις κάνει πιράνχας. Κια ξέρεις επίσης για τι άλλο; Γιατί, αν και θα μπορούσε να είναι κορυφαίος παίζοντας στις μισές στροφές, προτίμησε σεβόμενος πρώτα απ' όλα τον εαυτό του, να έχει το υψηλότερο κίνητρο μέχρι την τελευταία στιγμή. Για αυτό και για μένα είναι ο κορυφαίος Έλληνας αθλητής όλων των εποχών. Οι άλλοι ας συμβιβαστούν με τον Κεντέρη και την ντριμ τημ της άρσης βαρών.

 

Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Το δυτικό δωμάτιο

Πάλι καλά που υπάρχουν φίλοι όπως ο Μιχάλης να μου θυμίζει τις ξεχασμένες μου υποσχέσεις, αυτές που δεν έδωσα μεν σε άλλους ωστε να εκτεθώ δημοσίως, αλλά καμιά φορά το να απογοητεύεις τον εαυτό σου με την ασυνέπειά σου είναι ακόμη χειρότερο από την απαξία στα βλέμματα των γύρω. Διαβάζοντας την πρόσφατη ανάρτησή του σχετικά με τον Δημήτρη Πετσετίδη και το έργο του, θυμήθηκα ότι, όταν τελείωσα την ανάγνωση του τελευταίου του διηγήματος με τίτλο Εν οίκω, είχα βάλει σκοπό να γράψω σχετικά με αυτό. Δίστασα όταν αντιλήφθηκα ότι δεν έχω ιδέα από τη φόρμα του διηγήματος καθώς τα μόνα διηγήματα που έχω διαβάσει είναι τα δικά του και η όποια κριτική μου θα περιοριζόταν σε διθυράμβους καθοδηγούμενους σε σημαντικό βαθμό και από την ιδιαίτερη συμπάθεια που τρέφω στο πρόσωπο του μαθηματικού-λογοτέχνη-σκιτσογράφου Πετσετίδη. Η βασική ιδέα, όμως, που διατρέχει όλο το βιβλίο και αφορά χαρούμενες ή λυπηρές ιστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται σε λογής λογής δωμάτια, με ώθησε να θυμηθώ και να γράψω για το δωμάτιο που σημάδεψε τη δική μου ζωή, για το δωμάτιο που νιώθω πιο οικεία από κάθε άλλο, για το δικό μου δωμάτιο, το οποίο -όσα σπίτια κι αν άλλαξα στην τσιμεντούπολη- συνεχίζει να βρίσκεται στη Σπάρτη.
Μέγεθος και χρώμα. Το δωμάτιο μου είναι το μικρότερο του διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου. Ο αδερφός Νικολάκης πήρε το μεγαλύτερο και απ' όσα αμυδρά θυμάμαι, αυτή η διανομή έγινε σχετικά αναίμακτα, κάτι το οποίο δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι συνέβη σε άλλες μεταξύ μας διενέξεις. Οι τοίχοι του έχουν χρώμα φυστικί, το διάλεξε η μαμά μου και ακόμη το υποστηρίζει πιο φανατικά και από Φρουρό της Επανάστασης του Αγιατολάχ στο Ιράν, στα περιοδικά βαψίματα του σπιτιού δε, το μόνο που τίθεται προς συζήτηση είναι ο τόνος του φιστικί χρώματος και μόνο. Περιττό να αναφέρω ότι το σκηνικό ολοκληρώνεται με ασορτί κουρτίνα με νεωτερικό μοτίβο σχεδίων, έτσι για να μη μας πούνε και μονόχνωτους. Θέλοντας και μη, συμπάθησα χρώμα και κουρτίνες σε σημείο τέτοιο που να έχω παραιτηθεί από όποια προσπάθεια αλλαγής της παγιωθείσης καταστάσεως, παρά τις τεράστιες πρακτικές δυσκολίες που συναντούσα όταν αναρτούσα αφίσες από συγκροτήματα ή το ιστορικό κολάζ μου -μπορείτε να φανταστείτε χειρότερο μπακ γκράουντ για το πρίσμα από το εξώφυλλο του Dark Side On The Moon ή για τον εκστασιασμένο ημίγυμνο Robert Plant από έναν φυστικί τοίχο;
Το περιεχόμενο. Ένα χαντ μέηντ κρεβάτι από οικογενειακό μας φίλο ξυλουργό, φτιαγμένο κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, ούτε ψηλό ούτε χαμηλό -μάλλον χαμηλό αφού ο σκύλος ανέβαινε χωρίς δυσκολία εκμεταλλευόμενος την απουσία αντιστάσεων εκ μέρους μου και κουλουριαζόταν στα πόδια μου όταν απολάμβανα τη μεσημεριανή μου ραστώνη. Οφείλω να αναγνωρίσω την ενόρασή του μάστορα όσο αφορά τις προοπτικές του ύψους μου, ούτε η κάσα δε θα μου ταιριάζει τόσο. Η πρώτη μου κλασσική κιθάρα γυμνή από χορδές. Ένα μπουζούκι της κακιάς ώρας που μου χάρισε ένας πολύ καλός φίλος. Μια βιβλιοθήκη με βιβλία του Ιουλίου Βερν και διάφορους τόμους πολιτικής οικονομίας και πολιτικά περιοδικά της ομογένειας που κουβάλησε σε μπαούλα ο πατέρας μου από τα ξένα, μια γοητευτική φωτογραφία του ιδίου να εκφωνεί πύρινους λόγους σε -παίρνω όρκο- σχετικά ολιγάριθμο ακροατήριο, ένα κουρδιστό παιχνίδι-τανκ που μου έκαναν δώρο εν είδει καζούρας πριν μπω φαντάρος, ένας ξεχαρβαλωμένος καλόγερος, ράφια με κασέτες αρχικά και σι ντι αργότερα. Τι ωραίες που ήταν οι κασέτες! Να αντιγράφεις τους τίτλους των τραγουδιών, να επιστρατεύεις το πολύ ή λίγο ταλέντο σου για να ζωγραφίσεις το λογότυπο του συγκροτήματος, να κοτσάρεις κάπου και την ημερομηνία που έγινε κτήμα σου. Μέχρι πριν κάμποσα χρόνια, σε ένα από τα ράφια δέσποζε ένα χοντροκομμένο φορητό ηχοσύστημα της Σόνυ πριν καταλήξει στο σπίτι της θείας μου και τροποποιηθεί το ρεπερτόριό του σε πιο εκκλησιαστικά ακούσματα.     
Το παράθυρο. Το δωμάτιό μου δεν έχει μπαλκόνι αλλά έχει παράθυρο. Ένα και καλό. Κοιτάζει προς τα δυτικά και σε ολόκληρο τον ορίζοντά του δεσπόζει ο Ταϋγετος. Από την περίφημη πυραμίδα στα νότια έως την καστροπολιτεία του Μυστρά στα βόρεια, το σκηνικό είναι αυτό και δεν αλλάζει. Υψώθηκαν πολυκατοικίες -ευτυχώς όχι τόσο ψηλές ώστε να μου στερήσουν τη θέα, φύτρωσαν κεραίες και φωτοβολταϊκά-ευτυχώς όχι τόσο άσχημα ώστε να μου αποσπάσουν την προσοχή. Συνεχίζω όταν ανοίγω ή κλείνω τις κουρτίνες να στέκω με δέος. Είτε όταν φυσάει νοτιάς και οι διαθλάσεις του φωτός από τη σκόνη σχηματίζει στα μάτια μου ιμπρεσιονιστικά τοπία, είτε όταν φυσάει βοριάς και η ατμόσφαιρα είναι τόσο καθαρή ώστε να διακρίνω το πιο στενό μονοπάτι, την πιο απόκρημνη πλαγιά, το τελευταίο δέντρο πριν την ερημωμένη κορυφογραμμή, το δέος είναι ίδιο. Με θυμάμαι να περιμένω τα πρώτα χιόνια το χειμώνα και το λιώσιμό τους την άνοιξη. Προσπαθώ να ξεχνάω τη στεναχώρια μου όταν αυτά έλιωναν πρόωρα.
Ο ήλιος θα δύει για πάντα βιαστικά και θα νυχτώνει γρήγορα στην κοιλάδα. Θα τον καταπίνει λαίμαργα το βουνό.
       

Κυριακή, 28 Απριλίου 2013

Υπέροχο, γυαλιστερό μαύρο

Έχω την εντύπωση ότι δεν υπάρχουν ευτυχέστεροι ακροατές και φίλοι της μουσικής τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια από αυτούς που αγαπούν τη μαύρη μουσική, την αφροαμερικανική μουσική ή όπως θέλετε πείτε το, ώστε να μη σας κυνηγούν οι λάτρεις του πολιτικά ορθού λόγου, χωρίς φυσικά να αναφέρομαι στο προβαλλόμενο και υποστηριζόμενο από μέσα τύπου MTV καχέκτυπο. Ανήκωντας κι εγώ στη χορεία των ευτυχών, παρακολουθώ με δέος την άνθηση ενός δικτύου με ρίζες από το hip hop και την παρακαταθήκη του Gil Scott Heron και των Public Enemy, τις μεγάλες φωνές της soul, το funk του Cinton και τη jazz, με όλα αυτά τα ιδιώματα και τους εκπροσώπους τους να βρίσκονται σε έναν συνεχή διάλογο και ανταλλαγή στοιχείων με αποτέλεσμα ένα εκρηκτικό μείγμα. Η πρώτη μου επαφή με το πολιτιστικό φαινόμενο ήταν εντελώς τυχαία και συνέβη περίπου πριν δέκα χρόνια, όταν συνεπαρμένος από ένα εξώφυλλο που απεικόνιζε τρεις τύπους να ατενίζουν μια μεγαλούπολη. Η πόλη αποδείχθηκε ότι ήταν η Φιλαδέλφεια και, ακριβώς επειδή ήταν μεγαλούπολη, δεν ήταν η Νέα Φιλαδέλφεια. Οι τρεις τύποι που αγνάντευαν τους ουρανοξύστες, όλοι άξια τέκνα της πόλης, ήταν απο αριστερά προς τα δεξιά ο πιανίστας Uri Caine, ο ντράμερ Ahmir "Questlove" Thompson και ο μπασίστας Christian McBride. Έπρεπε να περάσουν κάποια χρόνια για να συλλάβω πόσο προφητικός ήταν ο δίσκος για τη συνέχεια, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο μεν Questlove είναι ο ντράμερ των Roots, παραγωγός στους περισσότερους και καλύτερους δίσκους της neo soul και του hip hop και ιδρυτικό μέλος της κολεκτίβας στην οποία οφείλεται εν πολλοίς αυτή η αναγένννηση της αφροαμερικανικής μουσικής, των Soulquarians, ενώ ο McBride είναι απλά ο καλύτερος μπασίστας της jazz επι γης εδώ και χρόνια. Η μία δεξαμενή από όπου το κίνημα αντλεί έμπνευση είναι τα μέλη των Soulquarians, με προεξάρχουσες φυσιογνωμίες την Erykah Badu και τους Bilal, Questlove, D'Angelo, J Dilla, Mos Def και κάμποσους ακόμα. Ειδικής αναφοράς χρήζει το πολυεργαλείο-μπασίστας Ουαλικής καταγωγής που ακούει στο όνομα Pino Palladino,  πρωτευόντως ως συνεργός σε πλείστα μουσικά θαυμαστά εγκλήματα, από την ανάσταση της καριέρας του John Mayer μέχρι τα αριστουργήματα του Roy Hargrove με τους RH Factor και δευτερευόντως γιατί είναι λευκός σαν μπουγάδα της μαμάς. Για την ιστορία, πολλοί από τους δίσκους που προέκυψαν από τα μέλη της κολεκτίβας ηχογραφήθηκαν στα ιστορικά Elecric Lady Studios του Jimi Hendrix. Η δεύτερη δεξαμενή δεν είναι άλλη από μια εξαιρετική φουρνιά νέων μουσικών της jazz, που πραγματικά έχουν απογειώσει το είδος με το νεωτερισμό τους στον ήχο και τη σύνθεση. Δώστε βάση στην πενιά (τους): Roy Hargrove, Robert Glasper, Karriem Riggins, Thundercat, Jamire Williams, Chris Dave και βάλε, με τον Flying Lotus να κινείται εκεί κοντά στο δικό του θαυμαστό σύμπαν. Το εξαιρετικά ενδιαφέρον με τη νέα γενιά των μουσικών της jazz είναι ότι τροφοδοτεί με τα παιδιά της τα σχήματα μουσικών κολοσσών του είδους ενισχύοντας έτσι τη συνέχεια της αφροαμερικανικής μουσικής και τους δεσμούς της με το ένδοξο παρελθόν. Έτσι, θα συναντήσετε τον Roy Hargrove στους πρόσφατους δίσκους του Sonny Rollins ή τον Jamire Williams στο εξαιρετικό περσινό The Healer του Dr. Lonnie Smith. Τρανά παραδείγματα της όσμωσης αποτελούν το ντεμπούτο της Badu ονόματι Baduizm, όπου φιλοξενούνται η τρομπέτα του Hargrove από τη νέα γενιά αλλά και οι ιστορικές φυσιογνωμίες των Ron Carter στο μπάσο και του Roy Ayers στο βιμπράφωνο αλλά και το περσινό πόνημα του Glasper όπου παρελαύνουν όλοι οι σπουδαίοι της neo soul. Παρεμφερείς ενδιαφέρουσες συναντήσεις συναντά κανείς στο Voodoo του D'Angelo ή στο Hard Groove του RH Factor.
Ανεξάρτητα από τις πιθανές ενστάσεις περί "καθαρότητας των ειδών", η σύγχρονη σκηνή της αφροαμερικανικής μουσικής φαίνεται να αποκαθιστά την πληγείσα εικόνα της μαύρης κοινότητας που για χρόνια οριζόταν από το δίπολο στην μία άκρη του οποίου έστεκε το γκέτο και στην άλλη η χλιδή και ο μάτσο σεξισμός. Ίσως αυτή η έκρηξη δημιουργικότητας να δημιουργεί ένα πιο πρόσφορο έδαφος για συζητήσεις όπως αυτές που άνοιξαν πρόσφατα σε μεγάλα μέσα ενημέρωσης (τα σχετικά άρθρα εδώ κι εδώ) και αφορούσαν την μεροληπτική υποεκπροσώπηση έργων αφροαμερικανών μουσικών στο ρεπερτόριο συμφωνικών ορχηστρών στις Ηνωμένες Πολιτείες.      

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Which side are you on?

Ούτε κατά παραγγελία να ερχόταν. Μιλάω για το ντοκιμαντέρ "Ταξισυνειδησία", το οποίο προβάλλεται εδώ και κάποιες εβδομάδες στις κινηματογραφικές αίθουσες και ασχολείται, όπως αναφέρει και το σχετικό δελτίο τύπου, με την ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού από την εποχή της μαζικής μετανάστευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες έως και την περίοδο του Μαρκαρθισμού. Και λέω ούτε κατα παραγγελία, γιατί πραγματεύεται στην ουσία δύο ιστορικά φαινόμενα με κοινό χαρακτηριστικό, ανάμεσα στα άλλα, και το δικό μου προσωπικό ενδιαφέρον για αυτά. Το ένα αφορά εν γένει τα προοδευτικά κινήματα και την Αριστερά στην Αμερική κατά τον εικοστό αιώνα, την τεράστια ιστορία των οποίων εργολαβικά έχουν αναλάβει να αποδομήσουν ή να λειάνουν τις επικίνδυνες για το συλλογικό πολιτικό αισθητήριο πτυχές τους τα καθεστωτικά αμερικανικά μέσα ενημέρωσης, ιστορικοί και λόμπι. Το πλέον ηχηρό παράδειγμα που μπορώ να ανακαλέσω είναι η διαφορετική ανάγνωση της ανόδου στην εξουσία του Φ. Ρούσβελτ και της εφαρμογής του περίφημου New Deal με σκοπό την ανάσχεση της Μεγάλης Ύφεσης, σχέδιο το οποίο από μεν την καθεστηκυία τάξη θεωρείται περίπου κάτι σαν προσφορά του μεγάλου ηγέτη στον ρημαγμένο αμερικανικό λαό, από τους εναλλακτικούς ιστορικούς δε (βλ. Howard Zinn) αποτιμάται ως υποχώρηση και παραχώρηση του κατεστημένου απέναντι στη διαρκώς αυξανόμενη πίεση που του ασκούσαν μαχητικά συνδικάτα και οργανώσεις από τα αριστερά του πολιτικού φάσματος. Η διήγηση αυτή έγινε σταδιακά όλο και περισσότερο άβολη με τα χρόνια με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί στο περιθώριο και τη λήθη καθώς ήταν ασύμβατη με τα κελεύσματα του Αμερικανικού Ονείρου. Τι έμεινε πίσω; Η εικόνα ενός χαρούμενου εργάτη να απολαμβάνει τα αγαθά του καπιταλισμού, του ανθρωπιστή εργοδότη και η μετατροπή της εξαίρεσης που ήθελε κάποιους λίγους επιτυχόντες υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες στον κανόνα-πρότυπο για τους υπόλοιπους. Το δεύτερο ιστορικό φαινόμενο, το οποίο στην ουσία έλαβε χώρα εντός του πρώτου και όχι ανεξάρτητα από αυτό, είναι αυτό ακριβώς που πραγματεύται το ντοκιμαντέρ. Οι άγνωστες πτυχές του ελληνοαμερικανιικού εργατικού κινήματος, που κείτονται θαμένες κάτω από ιστορίες για αγρίους, αυστηρά με happy end και πρωταγωνιστές ελληνικές πιτσαρίες, μπρούκληδες, γελαδάρηδες, ντάηνερ, γκρηκ τζάηρο, ελληνορθόδοξες εκκλησίες κατάμεστες από κακούγουστα κοστούμια και τουαλέτες και γενικά μια μακάρια αποχή από το κοινωνικό γίγνεσθαι. 
Το ντοκιμαντέρ τελεί υπό την αιγίδα της μη κερδοσκοπικής εταιρίας "Αποστόλης Μπερδεμπές" που έχει συσταθεί στη μνήμη του μετανάστη ακτιβιστή που δραστηριοποιήθηκε στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του '70. Μετά την ενδελεχή παρακολούθηση του ντοκιμαντέρ από μέρους μου, θα αναρτηθεί στο ιστολόγιο συζήτηση με προσωπικό φίλο του Μπερδεμπέ από τα χρόνια του Μεγάλου Μήλου, η οποία προβλέπεται λίαν ενδιαφέρουσα.          


Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

...All of which are american dreams...

Τι μεσολάβησε από την αυθεντική εμφάνιση την 14η Ιουνίου του 2000 μέχρι το προ ημερών αξιοπρεπέστατο αφιέρωμα των Καπηλίδη, Βήχου, Φράγκου και Παπάζογλου; Ή μάλλον, τι μεσολάβησε από τις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν η μαμά μου ανέβαινε στην Αθήνα και περνούσε από το ακμαίο τότε Μετρόπολις φέρουσα σκονάκι με τους δίσκους που όφειλε να προσκομίσει αμά τη επιστροφή της στην κοιμώμενη επαρχία, μεταξύ των οποίων δέσποζε αυτός που στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο απεικόνιζε έναν μοναχό παραδομένο στις φλόγες, μέχρι και σήμερα; Τι έχω να θυμάμαι από αυτά τα περίπου είκοσι χρόνια, που δίχως άλλο κορυφώθηκαν τότε στην Πετρούπολη, σε ένα θέατρο που έβραζε τόσο που σχεδόν έλιωναν τα πέριξ νταμάρια; Τότε που για ενενήντα λεπτά βρεθήκαμε αιχμάλωτοι του πιο οργισμένου groove; Τότε που η ευρισκόμενη στο απόγειό της τετράδα επισκέφθηκε μια χώρα, της οποίας το κοινό έμελλε δεκατρία χρόνια μετά να έχει ανάγκη το κήρυγμά της περισσότερο από ποτέ, σίγουρα όχι για να το σώσει αλλά απλά και μόνο για να λυτρώσει την ψυχή του; Τι μεσολάβησε από τον σκυθρωπό και σεληνιασμένο νεαρό Zack De La Rocha του 1993 στον σαφώς πιο χαμογελαστό αλλά εξίσου σεληνιασμένο Zack De La Rocha του Battle of Britain το 2010, εκτός από την επί τα βελτίω αλλαγή στην κόμη; Με λίγα λόγια, τι γράφει ο έλεγχος των Rage Against The Machine εκτός από τις άκρως τιμητικές κατηγορίες για κακή διαγωγή;
Γράφει, λοιπόν, για έναν από τους πιο νεωτεριστές κιθαρίστες της τελευταίας εικοσαετίας. Κανείς, μα κανείς δεν παίζει κιθάρα σαν τον Morello. Δεν εννοώ καλύτερα ή χειρότερα. Μιλάω για τον τρόπο που χρησιμοποιεί το όργανο. Γράφει για έναν εκρηκτικό frontman, έναν οδοστρωτήρα επί σκηνής, έναν γλυκύτατο άνθρωπο κάτω από αυτή, που έμπαινε συχνά-πυκνά στο ρόλο του ρεπόρτερ για να πάρει συνέντευξη από τον Noam Chomsky ή από τους Ζαπατίστας, ή να διαμαρτυρηθεί για τα δικαιώματα των ιθαγενών, για ζητήματα δηλαδή τα οποία τύγχαναν ελάχιστης προβολής από τα αμερικανικά ΜΜΕ. Γράφει για ένα από τα πιο δεμένα και groovy rythm sections. Γράφει για κάποιες από τις πιο δαιμονιώδεις ζωντανές εμφανίσεις. Γράφει για τους πύρινους στίχους που έφτυνε με μίσος ο De La Rocha, χρησιμοποιώντας την αγγλική γλώσσα σε υψηλότατο επίπεδο, σε πείσμα όσων πιστεύουν ότι το τραγούδι διαμαρτυρίας περιορίζεται στα fuck και στα shit. Γράφει για έναν εκπληκτικό δίσκο με διασκευές, ο σκοπός του οποίου είναι να κοινωνήσει στο ακροατήριό τους όλους αυτούς που οι ίδιοι ένιωθαν ως καλλιτεχνικούς πατέρες τους, είτε αυτοί λέγονταν Dylan είτε MC5. Γράφει για ένα ιστορικό χτύπημα που έφεραν στη μουσική βιομηχανία και στον Simon Cowell το 2009 όταν η καμπάνια που οργάνωσαν θαυμαστές τους με σκοπό να εκθρονίσουν με το Killing In The Name την μπούρδα του X Factor από την κορυφή των χριστουγεννιάτικων charts στέφθηκε με επιτυχία. Αλλά βασικά γράφει για στιγμές σαν αυτή.


  
 Yes, I know my enemies They're the teachers who taught me to fight me, compromise, conformity, assimilation, submission, hypocrisy, brutality, the elite
All of which are American dreams

Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Τα ντόνατς του J Dilla

Από μικρός θυμάμαι να μου άρεσαν τα κολάζ. Μου άρεσε να χαζεύω να ζευγαρώνουν μέσα τους ταιριαστά ή και αταίριαστα θέματα, μου άρεσε πώς συχνά έκλειναν πονηρά το μάτι στο κιτς. Είχα φτιάξει κι εγώ ένα δικό μου πάνω σε ένα μαύρο χαρτόνι, αφού είχα πετσοκόψει διάφορα καλλιτεχνικά ένθετα εφημεριδων, κόμικς ή περιοδικά για κιθάρες για να προκύψουν οι πρώτες ύλες της αρεσκείας μου. Το είχα ντύσει και με αυτοκόλλητο πλαστικό απ' αυτά που σου έντυνε η μαμά σου βιβλία και τετράδια κάθε Σεπτέμβρη για να κάνω τους ήρωές μου αλεξίσφαιρους και άτρωτους. Το αγαπούσα εκείνο το κολάζ παρά τις ατέλειές του για τις οποίες ευθυνόταν εν μέρει η ανικανότητα ενός αριστερόχειρα να κόψει με ψαλίδι για δεξιόχειρες -τις στραβοκομμένες φιγούρες και τις εγκλωβισμένες φυσαλίδες αέρα κάτω από το πλαστικό- και το πήρα μαζί μου όταν έφυγα από την τιμημένη Θερμοπυλών και ανέβηκα στην Αθήνα. Δεν το έχω πια, κάπου το δώρισα. Ευχή και κατάρα δίνω σε όποιον ή όποια το έχει να μην του κάνει κακό, είναι σπάνιο κειμήλιο της ελάχιστα καλλιτεχνικής πλευράς μου. Η εμμονή μου τροφοδοτήθηκε ακόμη περισσότερο όταν επισκέφτηκα πριν κάποια χρόνια το Παρίσι και τις ημέρες εκείνες το Pompidou φιλοξενούσε μια τεράστια έκθεση-αφιέρωμα στους DaDa. Εκεί να δεις κολάζ, εκεί να δεις οργισμένους καλλιτέχνες του Μεσοπολέμου να αποδομούν με ανίερο και χλευαστικό τρόπο την αστική κουλτούρα, να φτύνουν κατάμουτρα την μπελ επόκ και από τα συντρίμια του Μεγάλου Πολέμου να σκαρώνουν αριστουργήματα. Ούτε καν με πτόησε το γεγονός ότι, απ' όσους φίλους επισκέφτηκαν την έκθεση, μόνο εγώ ενθουσιάστηκα τόσο. Ούτε καν καταδέχτηκα να απαντήσω στις αιτιάσεις τους ότι το κολάζ δεν είναι τέχνη. Συγνώμη που βαριέμαι τα ιμπρεσιονιστικά ποταμάκια και νούφαρα, αλλά χέστηκα. Για μένα είναι και δεν ξέρω ποια καλή νεράιδα με έστειλε πάνω του, αλλά στο πρόσωπο του μακαρίτη J Dilla και ειδικά στο τελευταίο αριστούργημα της ζωής του με τίτλο Donuts, βρήκα το μουσικό ανάλογο της αγαπημένης μου τεχνοτροπίας. O J Dilla σέρβιρε τα τριανταένα λαχταριστά του ντόνατς σε ηλικία τριανταδύο ετών, λίγες μέρες μόνο πριν καταλήξει από επιπλοκές χρόνιας νόσου. Ο άνθρωπος που με τη δημιουργικότητά επανέφερε την τιμημένη πόλη του Ντιτρόιτ και πατρίδα της Motown ξανά στο προσκήνιο μετά από χρόνια για λόγους εντελώς διαφορετικούς από αυτούς με τους οποίους είχε ταυτιστεί για καιρό, όπως η ανεργία, οι κοινωνικές αναταραχές και η General Motors, ηχογράφησε το μεγαλύτερο μέρος του αριστουργήματος όντας κλινήρης και σωματικά εξαντλημένος μεν, με την εμπνευσή του στο ύψιστο δε. Από την πραγματικά αχανή δισκοθήκη του -την οποία μπορείτε να απολαύσετε εδώ- ανασύρει πραγματικά διαμάντια και τα χρησιμοποιεί σαν samples πάνω στα δικά του beats και μπασογραμμές. Παρελαύνουν χορεύοντας λοιπόν στο μοναδικό αυτό κολάζ ο Zappa με τον Shuggie Ottis, ο James Brown με τους Kool and The Gang, ο Stevie Wonder με τους Mountain στους ρυθμούς ενός τυπάκου που έχαιρε και χαίρει αναγνώρισης απο καλλιτέχνες ολόκληρου του μουσικού φάσματος που με το έργο του προσπάθησε να ενοποιήσει, από τη τζαζ μέχρι το χιπ χοπ. Γιατί η Μουσική είναι Μία. Και, όπως υπερθεματίζει και η φίλη του Erykah Badu στην αφιέρωση ενός πίνακα ζωγραφικής που του χάρισε: "Music Is Love, Ain't Nuthin Real But Love"


Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Άγγελος Εξάψαλμος

Ομολογώ ότι προ λίγων ημερών βρέθηκα αμήχανος μεταξύ διασταυρούμενων πυρών. Όχι ότι έλαβε χώρα κάποια επίσημη σύγκρουση, αλλά με αφορμή τις συναυλίες που έδωσε ο Διονύσης Σαββόπουλος στο Gagarin 205 πριν από περίπου δέκα ημέρες, ο μεν Δημήτρης Κανελλόπουλος ανέβασε μια σκληρή κριτική στο e-tetradio, ο δε Φοίβος Δεληβοριάς δημοσίευσε στην προσωπική του σελίδα άρθρο υπεράσπισης του καλλιτέχνη απέναντι στις απανταχού φωνές που τον κατέκριναν για άλλοτε άλλα ζητήματα, τόσο καλλιτεχνικά όσο και προσωπικών επιλογών. Καθώς εκτιμώ και τους δύο, τόσο τον Κανελλόπουλο ως δημοσιογράφο όσο βέβαια και τον Φοίβο ως τραγουδοποιό, με απασχόλησε το προς το πού έκλινε η δική μου τοποθέτηση απέναντι στον σπουδαίο Νιόνιο. Προκαταβολικά ενημερώνω ότι, παρά τις σημαντικές αλήθειες που κατά τη γνώμη μου περιλαμβάνονται και στα δύο κείμενα, με πίκρα και λύπη τοποθετούμαι στο πλευρό του Κανελλόπουλου. Και θα προσπαθήσω να το εξηγήσω όσο μπορώ. 
Καταρχήν να ξεκαθαρίσω ότι αν δεν εφημέρευα τις ημέρες εκείνες, ήταν πολύ πιθανό να πάω κι εγώ στο Gagarin. Για ποιον ακριβώς λόγο, δεν ξέρω. Ο καλός μου εαυτός θα πήγαινε με την ελπίδα να ξαναζήσει αυτό το ντελίριο χαράς και ανάτασης που είχε βιώσει πριν από δεκαπέντε και βάλε χρόνια, όταν ο Σαββόπουλος κυριολεκτικά ισοπέδωσε το αμφιθέατρο της Σπάρτης με μια εκπληκτική ορχήστρα όπου δέσποζε η φιγούρα του νεαρού τότε Πιερρακέα στις κιθάρες, σε ένα Διονυσιακό πανηγύρι άνευ προηγουμένου. Ο μικρός Κωστάκης έλιωνε εκείνα τα ωραία χρόνια τις κασέτες με τα πρώτα -και κορυφαία- πονήματα του Νιόνιου και το Περιβόλι του Τρελού όπως και ο Μπάλος είχαν ήδη αποκτήσει τη δική τους ξεχωριστή θέση στα all time αριστουργήματα απ' όλα τα είδη μουσικής. Ο κακός μου εαυτός, που προβάλλει και με μια σχετικά μεγαλύτερη ευχέρεια, θα πήγαινε για να διαπιστώσει ιδιοις όμμασι αν το καλλιτεχνικό κενό που χαρακτηρίζει την παρουσία του Σαββόπουλου τα τελευταία χρόνια θα μπορούσε να ανατραπεί έστω για ένα βράδυ, όταν θα βρισκόταν επί σκηνής με σπουδαίους μουσικούς (Κιουρτσόγλου, Καρίπης, Πλακίδης) και σπουδαία τραγούδια. Δυστυχώς δεν πήγα, αλλά μάλλον δε θα άλλαζε και κάτι στην προσέγγισή μου απέναντί του. 
Με αφορμή παντως τη συναυλία, ο Κανελλόπουλος περνά τον Νιόνιο γενιές δεκατέσσερις, διαπιστώνοντας πέραν μιας αναιμικής σκηνικής παρουσίας και -ίσως αυθαίρετα- μια δυσφορία του τραγουδοποιού να υποστηρίξει μνημειώδη και βαρυσήμαντα τραγούδια του που έρχονται πλέον σε ευθεία σύγκρουση με τις απόψεις που διατυμπανίζει ο Σαββόπουλος τα τελευταία τουλάχιστον δέκα χρόνια, με αυτή την τελευταία διαπίστωση να μην είναι καθόλου, μα καθόλου αυθαίρετη. Από την άλλη ο Δεληβοριάς καλεί το ακροατήριο να μην εξετάζει το σαββοπουλικό έργο σε ζεύξη με την πολιτική υπόσταση του τραγουδοποιού, καθότι αυτό είναι "καθαρός βιασμός του πώς λειτουργεί το πνεύμα" και "κανένας αριστερός δεν θα έπρεπε να βλέπει ποτέ Χίτσκοκ ή να ακούει Βαμβακάρη και κανένας δεξιός ν’ ακούει Clash ή Θεοδωράκη" (ή εγώ να διαβάζω Ελρόυ). Ανεξάρτητα του αν τελικά ο καλλιτέχνης παύει να έχει την υποχρέωση να υποστηρίζει το έργο του για να έχει αυτό την πλήρη σημειολογία του ή αν το έργο μπορεί να επιτελέσει τον όποιο σκοπό του απελευθερωμένο από τα βαρίδια ή τη μετριότητα της λοιπής, πλην της καλλιτεχνικής, υπόστασης του δημιουργού του, ερώτημα στο οποίο παραδέχομαι ότι δεν μπορώ νηφάλια να απαντήσω, ο Δεληβοριάς νομίζω ότι κάνει κάποιο λάθος. Και το λάθος έγκειται στο ότι κανένας από τους καλλιτέχνες που χρησιμοποίησε ως παραδείγματα δεν καταπίεσαν τα έργα τους. Διαννοήθηκαν οι Clash να αλλάξουν τους στίχους στο London's Burning ή στο White Riot; Πέρασε ποτέ από το μυαλό του Jagger να ανακαλέσει το Street Fighting Man ως προπαγανδιστικό υπέρ της βίας, ακόμη και τώρα που συναναστρέφεται αποκλειστικά και μόνο με το διεθνές jet set; Αντιθέτως, ο Σαββόπουλος το έχει κάνει και μάλιστα κατ' επανάληψη. Στην πρόσφατη συναυλία του μετέτρεψε ως δια μαγείας τον χαφιέ σε μπαχαλάκη (κύριος οίδε ποιον καλλιτεχνικό σκοπό υπηρετούσε η αλλαγή αυτή), ενώ παλιότερα σε συναυλία-αφιέρωμα στο Χατζιδάκι φρόντισε να προσθέσει ένα "δεν" στους στίχους του Κεμάλ, κακοποιώντας τον καταληκτικό στίχο σε "με φωτιά και με μαχαίρι ο κόσμος δεν προχωρεί". Στην ουσία, δηλαδή, ο Σαββόπουλος κάνει αυτό ακριβώς που μας καλεί ο Δεληβοριάς να μην κάνουμε. Μπλέκει τη δική του πολιτική τοποθέτηση με το έργο τόσο το δικό του, όσο και άλλων καλλιτεχνών και το φέρνει στα δικά του μέτρα, δικαιώνοντας έτσι απόλυτα τον Κανελλόπουλο στην κριτική του. 
Πραγματικά όλα τα παραπάνω τα έγραψα με πόνο ψυχής. Είχα τον Σαββόπουλο βαθειά στην καρδιά μου, αλλά νομίζω ότι πλέον η σχέση μου με αυτόν -αλλά όχι με το έργο του- εχει πλήρως διαρραγεί. Και αυτό όχι τόσο γιατί νιώθω βαθιά προσβεβλημένος κάθε φορά που τον ακούω να υμνεί τη σημιτική οχταετία ή τη σημερινή συγκυβέρνηση, όσο γιατί την ασέβεια που δείχνει ο ίδιος απέναντι στην τεράστια παρακαταθήκη του. 
Αλλιώς κανένας αριστερός δεν θα έπρεπε να βλέπει ποτέ Χίτσκοκ ή να ακούει Βαμβακάρη και κανένας δεξιός ν’ ακούει Clash ή Θεοδωράκη - See more at: http://www.ogdoo.gr/portal/index.php?option=ozo_content&perform=view&id=5992&Itemid=13#sthash.sR29b5Fe.dpuf Πηγή: www.ogdoo.gr

Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Το φίδι έξω από τ' αυγό

Παρακολουθώντας τις εξελίξεις των τελευταίων ημερών και προσπαθώντας να καταστείλω παράλληλα αυτό το αίσθημα τάσης προς έμετο που όλο και περισσότερο πάει να χρονίσει χωρίς επ' ουδενί να φταίει γι' αυτό η βραδεία και ατελής μου χώνεψη, καταλήγω πλέον με βεβαιότητα στο εξής συμπέρασμα. Ότι η ελληνική κοινωνία μου θυμίζει τον Πίτερ Σέλερς. Όχι όμως οποιονδήποτε ρόλο του, αλλά αυτόν τον μεγαλειώδη του κρυφοναζί στρατιωτικού που συντονίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις για λογαριασμό των ΗΠΑ στο μνημειώδες Dr. Strangelove ή SOS Πεντάγωνο Καλεί Μοσχα, αν προτιμάτε. Η φιλοπόλεμη περσόνα που ενσαρκώνει ο Σέλερς, προσπαθεί επί ματαίω να χαλιναγωγήσει τη σχεδόν αντανακλαστική ανάταση της χειρός σε φασιστικό χαιρετισμό για να μην καρφωθεί στους υπόλοιπους του επιτελείου. Κάπως έτσι βλέπω να ξεπροβάλλουν τεντωμένα χεράκια και να μου θολώνουν το ήδη ομιχλώδες τοπίο. Στην άκρη δεν καταλήγουν ούτε σε μούντζα, ούτε σε κωλοδάχτυλα, παρά μόνο σε μια κλειστή παλάμη, η οποία δεν φαίνεται μάλιστα να τρέμει στο ελάχιστο από ντροπή ή από το βάρος της ιστορικής προσβολής που επιτελεί τη στιγμή εκείνη. Είτε αυτός στον οποίο ανήκει το χέρι λέγεται Μιχαλολιάκος είτε Κατίδης, η συχνότητα του φαινομένου αυξάνει με γεωμετρική πρόοδο χωρίς να εκλύει τα ρίγη αηδίας και την αποδοκιμασία που εγώ σα μαλάκας περίμενα, αλλά αντίθετα να βρίσκει πλήθος αυτόκλητων υπερασπιστών στα ραδιόφωνα που βεβαιώνουν την αρχαιοελληνική καταγωγή του χαιρετισμού (και άρα την αθωότητά του, αν όχι και τον περιφανή χαρακτήρα του). Γερμανοί νεοναζί προσκαλούνται, κυκλοφορούν και φωτογραφίζονται στο ελληνικό κοινοβούλιο ως -τάχα- δημοσιογράφοι και όταν αποκαλύφθηκε η ταυτότητά τους δεν ασχολήθηκε ουδείς, ακόμη κι αν η οργάνωση στην οποία ανήκουν έχει κατηγορηθεί για επιθέσεις εναντίον -και Ελλήνων- γκασταρμπάητερ στη Γερμανία (εξαιρετικό το ρεπορτάζ του Spy-Jungle Report στο τελευταίο τεύχος του Unfollow). Ο Κασιδιάρης αλύχτησε κάποια γελοία δικαιολογία, αυτή έγινε απόλυτα δεκτή από τους θεματοφύλακες της τηλεοπτικής δημοκρατίας και της κατάλυσης κάθε εθνικής μνήμης πριν καν βάλει τελεία και το θέμα θεωρήθηκε λήξαν. Κι έρχεται κάπου εδώ ο άλλος μου εαυτός και με επιπλήττει. Τι σου κάνει εντύπωση ρε ονειροπαρμένε; Πρώτη φορά, μου λέει, τα βλέπεις; Δεν τα είχες δει όταν οι ιδιοι του οι συμμαθητές ειρωνεύονταν τον φίλο σου κατά την ανάγνωση των ονομάτων των νεκρών του Πολυτεχνείου παίζοντας σαρκαστικά από πάνω την ώρα που μιλούσε ένα ρέκβιεμ; Τα ίδια χαζά γελάκια δεν έβλεπες και στον εορτασμό της επετείου του δικού σου σχολείου; Εσύ δεν έσπαγες πλάκα με κάποιον από τους πολλούς ψυχικά ασθενείς της Σπάρτης, τον οποίο δεν βρέθηκε καμία κοινωνική δομή να προστατεύσει από το αιμοβόρο πλήθος του οποίου κι εσύ υπήρξες μέλος; Δεν έβλεπες τον αδύναμο, τον περίεργο, τον θηλυπρεπή να μαρτυράει κάθε μέρα στο σχολείο; Πόσα χρόνια συμβαίνει στο χωριό σου να καταδίδει ο γαιοκτήμονας τους μετανάστες χωρίς έγγραφα στην αστυνομία αμέσως μετά τη συγκομιδή της σοδειάς και αμέσως πριν την πληρωμή; Πάντα έτσι ήταν, απλά εσύ έβγαλες τώρα την τσίμπλα από τα μάτια. Ούτε Ξένιος Δίας υπήρξε ποτέ, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη. Ποτέ το χέρι του διπλανού δεν ήταν ανιδιοτελώς προτεταμένο προς βοήθεια. Πάντα ο γείτονας κρυφοκοίταζε από το ματάκι της πόρτας του και εποφθαλμιούσε για τη δική σου δυστυχία. Πάντα έτσι ήταν. Πάντα τα φίδια ήταν έξω από τ'αυγά τους. 

Clive, Keep on Running to the Hills...

Επειδή στο προαιώνιο ερώτημα "Iron Maiden ή Metallica", η απάντησή μου είναι αναφανδόν υπέρ της Σιδηράς Παρθένας (μέχρι και σε ραδιοφωνικό διαγωνισμό του βυθισμένου Ατλαντίς FM έχω ψηφίσει σχετικά), επειδή δύσκολα θα υπάρξει έπος εφάμιλλο του Number Of The Beast στην ιστορία του rock 'n' roll, καθώς επίσης κι επειδή το drumming του Clive Burr στο album είναι πραγματικά αξεπέραστο, οφείλω να του ευχηθώ να συνεχίσει να τρέχει στους λόφους και να καλπάζει στα τύμπανα, απαλλαγμένος πλέον από τη σκλήρυνση κατά πλάκας, ακόμη και μετά θάνατον.


Κυριακή, 10 Μαρτίου 2013

Ούγκο Τσάβες, κουκιά μετρημένα

Θα μπορούσα να αρκεστώ στο εξής ακλόνητο επιχείρημα. Ότι αν σε βρίζει ακόμη και μετά θάνατον ο Πρετεντέρης, ο Πορτοσάλτε, ο Μπάμπης Παπαδημητρίου και ο μαλακισμένος γιος του Μπόμπολα, αυτομάτως έχεις δίκαιωθεί. Ότι αν σε συκοφαντούν νυχθημερόν οι καναλάρχες και ο πρόεδρος των βιομηχάνων της Βενεζουέλας, ο Τζορτζ Μπους ο νεότερος και διάφορες -σύμφωνα με δική τους παραδοχή- χρηματοδοτούμενες από τις ΗΠΑ δήθεν Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, εσύ είσαι ο καλός και οι άλλοι οι κακοί. Είναι τόσο προφανές για τον κοινό νου που θα μπορούσα στο σημείο αυτό να βάλω τελεία και παύλα στην ανάρτηση. Αλλά, αφού όλοι οι προαναφερθέντες καλοθελητές της δημοκρατίας απαιτούν επιχειρήματα, ακόμη και αν αυτά που επιστρατεύουν οι ίδιοι είναι παντελώς φαιδρά και βασιζόμενα σε ψεύδη, θα καταθέσω κι εγώ ότι μπορώ.
Πρώτον, ο Τσάβες κέρδισε τρεις-τέσσερις εκλογικές αναμετρήσεις με τα ποσοστά να είναι συντριπτικά υπέρ του. Να σημειωθεί ότι δεν καταγράφηκε ούτε μία σοβαρή καταγγελία νοθείας από ανεξάρτητους παρατηρητές. Να θυμίσω στο σημείο αυτό, έτσι για να ευθυμίσουμε, το πανηγύρι των αμερικανικών εθνικών εκλογών και την καταμέτρηση στη Φλόριδα, όπου ακόμη δεν έχουμε καταλήξει αν εκτός από τους ανθρώπους τον Μπους ψήφισαν ακόμη και αλιγάτορες. Να θυμίσω επίσης ότι στη Βενεζουέλα εκπέμπουν και προπαγανδίζουν κανονικά ιδιωτικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, τα οποία σύμφωνα με πολιτικούς αναλυτές λειτουργούν απερίσπαστα (βλέπε το ντοκιμαντέρ του Εξάντα του Γ. Αυγερόπουλου για το θέμα). Το ότι ο Τσάβες ήθελε να πνίξει τον ιδιοκτήτη του μεγαλύτερου ιδιωτικού καναλιού δεν είναι κατακριτέο. Κι εγώ θέλω να πνίξω τον Ψυχάρη και τον Αλαφούζο.
Δεύτερον, όταν οι εχθροί του επικαλούνται το αποτυχημένο πραξικόπημα του 1992 για να τονίσουν τον αντιδημοκρατικό χαρακτήρα του, ξεχνούν ότι αυτό στόχευε έναν πρόεδρο ο οποίος, αφού κάποια χρόνια νωρίτερα είχε εκλεγεί δαιμονοποιώντας και εξορκίζοντας τις πολιτικές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας ακολούθως τις ασπάστηκε ασθμαίνων. Πέραν αυτού, φαίνεται να αγνοούν ότι το εγχείρημα τύγχανε λαϊκής στήριξης, όπως αποδείχτηκε περίτρανα στη συνέχεια. Σας θυμίζει κάτι; Εμένα αμυδρά. Στον Πρετεντέρη όμως, ίσως να θυμίζει κάτι παραπάνω, γιατί τρέμει στην ιδέα του απρόβλεπτου παράγοντα, αυτού που δεν θα μπορεί να ελέγξει από το βήμα του.
Τρίτο, ο Τσάβες ήταν ουσιαστικά μισητός για έναν και μόνο λόγο. Γιατί επί της προεδρίας του η Βενεζουέλα απέκτησε υπόσταση διαφορετική από μιας μπανανίας, αυτή δηλαδή που επιφυλάσσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες για χώρες με σημαντικό φυσικό πλούτο και ομορφιά (ο Ραφαηλίδης υποστήριζε σε ένα βιβλίο του ότι Βενεζουέλα σημαίνει μικρή Βενετία). Την ώρα που η συμμορία έχει δώσει μπιτ παρά το λιμάνι του Πειραιά στους Κινέζους συντρόφους, τη Χαλκιδική στον Μπόμπολα και τη Θράκη στους Καναδούς, ο Τσάβες ήδη από καιρό καμάρωνε για την εθνικοποίηση των πετρελαϊκών πηγών τις οποίες απομυζούσαν διάφορα ευαγή ιδρύματα όπως η Exxon Mobil. 
Τέταρτο και σημαντικότερο. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του Τσάβες, η UNICEF κατέγραψε εξάλειψη του αναλφαβητισμού. Τα Ηνωμένα Έθνη κατέγραψαν υποδιπλασιασμό της φτώχειας από το 2002 έως το 2011. Μπορεί κάποια ευρωπαϊκή χώρα να παρουσιάσει παρεμφερή επιτεύγματα; Μπορεί η Ελλάδα του Σαμαρά, του Κρανιδιώτη, του φτερωτού γιατρού και του Μπένι να καυχηθεί για έστω, κάτι παραπλήσιο;
Ήταν επί Τσάβες όλα καλώς καμωμένα; Μάλλον όχι. Ο αντιαμερικανισμός του τον οδήγησε να συγχρωτίζεται με φιγούρες οι οποίες δεν είχαν, ούτε έχουν καμία απολύτως σχέση με τις αρχές του μπολιβαρισμού. Υπήρχαν στοιχεία λαϊκισμού στον τρόπο που πολιτευόταν; Μάλλον υπήρχαν. Από την άλλη όμως, αν το politically correct κατεστημένο αποδοκίμαζε ως λαϊκιστικό τον χαρακτηρισμό που επιφύλλασε ο Τσάβες για τον Μπους ως αλκοολικού εγκληματία πολέμου, τότε χίλιες φορές λαϊκιστής παρά ψεύτης. Οργάνωσε την παραγωγική δομή της χώρας του με τέτοιο τρόπο ώστε να απεξαρτηθεί από τις διακυμάνσεις της τιμής του πετρελαίου; Μπορεί και όχι. Το θέμα είναι τι εννοούν οι πολέμιοί του με τον όρο παραγωγική δομή, γιατί υποψιάζομαι ότι εννοούν την ανάπτυξη στην οποία οι εταιρίες τους θα είχαν τη μερίδα του λέοντος στα κέρδη και θα όριζαν τους όρους του παιχνιδιού (σας θυμίζει κάτι; εμένα αμυδρά). Τέλος, ο καναλάρχης και βασικός αντίπαλός του κατηγορούσε τον Τσάβες στο ντοκιμαντέρ του Αυγερόπουλου ότι με την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας και τις παροχές του προς τις ασθενέστερες τάξεις, εξέθρεψε έναν λαό τεμπέληδων. Έτσι είναι τα πράγματα για τον νεοφιλελευθερισμό, αυτή είναι η βασική του διδαχή ήδη από τη δεκαετία του '70. Κανένας πολίτης να μη δικαιούται τίποτα a priori, ανεξαρτήτως του πόσο δυσχερείς είναι οι συγκυρίες στις οποίες καλείται να ζήσει. Ούτε στέγη, ούτε περίθαλψη, ούτε εκπαίδευση. Ο Τσάβες προσπάθησε για το στοιχειώδες, να φέρει στο προσκήνιο ένα τεράστιο τμήμα του πληθυσμού που ήταν στην αφάνεια και να του δώσει τα στοιχειώδη. Και αυτό το έκανε με επιτυχία. Είπαμε, κουκιά μετρημένα. 
   Στο εσταντανέ, ο λαϊκιστής πρόεδρος Ούγκο Τσάβες δίπλα στον λαϊκιστή θρύλο της μπάλας Ντιέγκο Αρμάντο Μαραντόνα, ο οποίος φοράει λαϊκιστικό t-shirt που χαρακτηρίζει τον Τζορτζ Μπους εγκληματία πολέμου.

Οι Γερμανοί (ρόκερς) είναι φίλοι μας

Με χρονοκαθυστέρηση που θα ζήλευαν και τα χρηματοκιβώτια με τα κλεμμένα λάφυρα του χι Μπόμπολα και του ψι Κόκκαλη, επανέρχομαι με σκοπό όχι μόνο να μνημονεύσω κάτι το οποίο είχα κάμποσο να ζήσω, αλλά και να προσπαθήσω να αποκαταστήσω μια εν εξελίξει μουσική αδικία. Αυτό που είχα καιρό να ζήσω, δεν ήταν άλλο από μια κανονική ροκ συναυλία. Ροκ συναυλία με τα όλα της. Πήρα λοιπόν τον σχεδόν μόνιμο συναυλιακό μου παρτενέρ τα τελευταία δύο χρόνια και κίνησα για το Αν στη Σολωμού. Ήταν ανήμερα του Αγίου Βαλεντίνου, για τον Ολυμπιακό που ταλαιπωρούσε τον πολυπληθή και συγκλονιστικό λαό του την ίδια ώρα στην Ισπανία ήταν μάλλον του Αγίου Βαρθολομαίου ή η Νύχτα των Κρυστάλλων -διαλέγετε και παίρνετε, και τα Εξάρχεια αντιστέκονταν σθεναρά στη γλυκανάλατη αηδία παραμένοντας λουσμένα στο γνωστό αρρωστιάρικο και λατρεμένο κίτρινο φως και στην εξίσου γνώριμη και οικεία υγρασία. Έξω από το Αν, το γνωστό συνοθύλευμα φρικιών, παλιοροκάδων και αδιάφορων σαν την αφεντιά μου και στη συνέχεια η συνήθης διαδικασία -μαρκάρισμα με σφραγίδα στο αντιβράχιο σαν αργεντίνικα μοσχάρια από τους πορτιέρηδες και κάθοδος στα άδυτα των αδύτων. Μπόλικος κόσμος για καθημερινή και με την επομένη να είναι εργάσιμη για τους λίγους που παρέμεναν εργαζόμενοι, βρήκαμε μια τρύπα και στριμώξαμε τα διόλου ευκαταφρόνητα κυβικά μας. Θα με συγχωρήσει το φιλότιμο σχήμα που άνοιγε το δρώμενο, αλλά δεν έδωσα μεγάλη σημασία στην εμφάνισή τους. Αντίθετα, όταν έσκασε η χρονοκάψουλα επί σκηνής και αποβιβάστηκαν οι Samsara Blues Experiment των τεσσάρων Βερολινέζων, καθήλωσα το βλέμμα σαν να έπαθα επιληψία. Το δίωρο σετ ήταν ότι ακριβώς περίμενα να ακούσω. Κολασμένα riffs, αναλογικά εφφέ στις κιθάρες, αντιραδιοφωνικά solo διάρκειας άνω των πέντε λεπτών έκαστο, σκόρπιοι στίχοι, μπύρες στο πλαστικό ποτήρι και στην κατακλείδα, όπως λένε και οι αγαπητοί παοκτζήδες, τα μυαλά μας πόνεσαν. Αποχωρήσαμε ευτυχείς και βαρήκοοι (ο συνοδοιπόρος από το αριστερό ους κι εγώ από το δεξί), κι εγώ τουλάχιστον βαθιά περήφανος που η παλιά μου γείτονιά έδειχνε να έχει ακόμα παλμό.
Και τώρα η αποκατάσταση της αδικίας...
Εξηγούμαι για να μην παρεξηγούμαι. Ειδήμων της γερμανικής ροκ δεν είμαι, από την άλλη όμως έχουν υπάρξει κάποια συγκροτήματα που με έχουν σημαδέψει και οι Samsara Blues Experiment είναι το τρίτο κατά σειρά. Προηγήθηκαν αυτών σε πολύ νεαρή ηλικία οι Eloy, γνωστοί και μη εξαιρετέοι για το ψυχεδελικό ροκ που έπαιξαν τη δεκαετία του '70. Ένας επιπλέον λόγος που εξηγεί το δέσιμό μου με τους εν λόγω, είναι ότι τους άκουγα ασταμάτητα στο σουβλατζίδικο της γειτονιάς μου στη Σπάρτη -ίσως το καλύτερο στην κατηγορία του σε ολάκερο τον γαλαξία- καθώς ο αδερφός του ιδιοκτήτη και καλός φίλος γούσταρε να διπλώνει πιτόγυρα ακούγοντας Sabbath, Ozzy, Randy Rhodes και Eloy ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του '90 και πολύ πριν αυτό γίνει μόδα στην πρωτεύουσα. Πρώτοι όμως χρονικά και ιεραρχικά δεν παύουν να είναι οι Scoprions. Ναι, οι γνωστοί γραφικοί τη σήμερον Scorpions, αυτοί που εδώ και δέκα χρόνια κάνουν αποχαιρετιστήρια περιοδεία και σίγουρα έχουν παιξει στο καφενείο και του δικού σας χωριού. Αυτή όμως η εικόνα, που αντικατοπτρίζεται περίτρανα στα γραφικά ντουέτα τους με τον έτερο αποπεπτωκότα και αδικημένο ρόκερ Βασίλη Παπακωνσταντίνου στο Φάληρο, τους αδικεί. Και τους αδικεί ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι έχουν εσχάτως προκύψει όψιμοι οπαδοί της ροκ, οι οποίοι μιλάνε για το συγκρότημα με άκρως απαξιωτικό τόνο. Χωρίς να θέλω να επιπλήξω κανέναν, οφείλω να καταθέσω τα εξής. Το ροκ που έπαιξαν οι Scorpions τις δεκαετίες του '70 και του '80, ήταν εκπληκτικής πάστας, ειδικά δε τα back to back Fly to The Rainbow και In Trance καθώς και το κολοσσιαίο live Tokyo Tapes έχουν ήδη μπει στο πάνθεον της ροκ. Με κινητήρια δύναμη έναν από τους μεγαλύτερους συνθέτες riff κι έναν τραγουδιστή με μοναδικό ηχόχρωμα, οι Scorpions έχουν υπάρξει αυτό που λέει και ο τίτλος ενός από τα χιτ τους. Δυναμίτες. Ειδικής μνείας αξίζει ένας σπουδαίος κιθαρίστας που πλαισίωνε την μπάντα στα ανωτέρω αριστουργήματα και δεν είναι άλλος από τον Uli Jon Roth, ένας πραγματικός Ευρωπαίος Hendrix. Αυτά για την αποκατάσταση της αδικίας που λέγαμε.

 

Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2013

Τάξις και ηθική

Συνεχίζεις να με απογοητεύεις και να μου ξυπνάς τα χειρότερα ένστικτά μου. Και έχω κοπιάσει τόσο για να τα καταπιέσω. Τα ένστικτα εννοώ. Αλλά σε όλα -και στην χειραγώγηση των ενστίκτων- υπάρχει κάποιο όριο. Έτσι πρέπει να είναι, για λόγους επιβίωσης. Αυτό εξυπηρετούν τα ένστικτα, είναι οι φρουροί των γονιδίων. Θα σου φέρω ένα παράδειγμα. Και να θες να στραβοκαταπιείς, δεν θα τα καταφέρεις. Ούτε καν εσύ, που αυτοκτονείς και παρασύρεις κι εμένα μαζί σου με χίλιους άλλους τρόπους. Θα κλείσουν οι φωνητικές χορδές σου, θα σταματήσεις να εισπνέεις το υγρό ή το στερεό, θα βήξεις σαν αρρωστιάρικο μωρό με κοκκύτη και θα τα καταφέρεις. Ακόμα κι εσύ. Μπορεί να πνίγεσαι κάθε μέρα στο ψέμα, αλλά από τροφή δεν θα πνιγείς. Έτσι κι εγώ. Όσο και να θέλω να εξοικειωθώ μαζί σου, μου προκαλείς αηδία. Μην παρεξηγείσαι, δεν το ελέγχω. Είναι, όπως σου είπα, αντανακλαστικό. Κάτι σαν τον εμετό. Μην αποστρέφεις το βλέμμα, σε σένα μιλάω. Σε σένα που ξεφύσηξες με ανακούφιση τώρα που έληξε η απεργία του Μετρό μέσω επίταξης. Σε σένα που τώρα έχεις ένα λόγο παραπάνω να ψηφίσεις τις δυνάμεις της ευθύνης. Σε σένα που τώρα μπορείς να πας ανεμπόδιστος στη δουλειά σου. Ποια δουλειά σου, ρε; Τρεις τους δέκα δεν έχουν δουλειά. Το ξέρεις ή μήπως όχι; Και τι δουλειά, ρε; Απλήρωτη και ανασφάλιστη, με τη δαμόκλειο σπάθη της απόλυσης άνευ λόγου και φυσικά άνευ αποζημίωσης να επικρεμάται της άδειας κεφαλής σου; Σε σένα που ζεις για να δεις να πεθαίνει η κατσίκα του γείτονα, ου μην και ολόκληρο το σόι του. Σε σένα που χαμηλώνεις συνέχεια τον πήχη, που επιζητάς την εξίσωση προς τα κάτω, σε σένα που ζεις για τη στιγμή που θα παίρνουμε όλοι τριακόσια γιούρο. Στ' αρχίδια σου αν είναι μόλις τρία κατοστάρικα, αρκεί που θα παίρνουν όλοι τα ίδια ψίχουλα. Σε σένα που όταν τα εισιτήρια του Μετρό ακρίβαιναν με γεωμετρική πρόοδο και το καθιστούσαν πιο ακριβό και από ταξί στο Τσέλσι του Λονδίνου, περί άλλα ετύρβαζες. Σε σένα που ταλαιπωρείσαι από μια εβδομάδα απεργία στο Μετρό, αλλά απολαμβάνεις τρία χρόνια βιασμό. Σε σένα που δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς έναν μπάτσο στην πόρτα σου, χωρίς ένα δυνάστη πατέρα στο πλευρό σου, χωρίς έναν Γεώργιο Παπαδόπουλο στη συνείδησή σου, χωρίς έναν σατραπη δάσκαλο στην τάξη σου, χωρίς μια Θάτσερ στο χώρο εργασίας σου, χωρίς μια Τρέμη στην οθόνη της τηλεόρασής σου. Σε σένα που καμαρώνεις -φαιδρέ- για το αρχαίο και περήφανο γονίδιό σου και σαπίζεις κάθε απόγευμα στα τούρκικα. Σε σένα που κείτεσαι παράλυτος και ξερχαβαλωμένος σαν παρατημένη μαριονέτα και σηκώνεις το κεφάλι μόνο όταν τραβήξει τα νήματα ο Πρετεντέρης. Και κοιτάς μόνο όπου σε προστάζει ο Πρετεντέρης. Βλέπεις τίποτα προς τα κει που ατενίζεις με το βλέμμα του ροφού; Τίποτα. Τότε, ψόφα. Σε βαρέθηκα. 

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Jo

Χιονάνθρωποι. Μοιχεία. Διάπυροι στέφανοι. Καταψύκτες. Αίθουσες ανατομίας. Συνθέσεις από σάρκα και πάγο. Σφαγιασμένα κοτόπουλα. Ακρωτηριασμένα μέλη κολυμπούν στη φορμόλη. Μούχλα στους τοίχους. Εμμονές που σε κυνηγούν χρόνια τώρα. Σύνδρομο Φαρ. Σύνδρομο Φαρ; Κρύο. Πολύ κρύο. Και τρόμος. Πολύς τρόμος.
Ο Ελρόυ δήλωσε πρόσφατα ότι νιώθει να τον καταδιώκεις σα λυσασμένο πίτμπουλ. Εγώ νομίζω ότι νιώθει το χνώτο σου και ακούει την ανάσα σου να του καίει το σβέρκο και το γυμνό του κρανίο. Όπως τα ένιωθα κι εγώ την εβδομάδα των παθών μου. Είναι θέμα χρόνου, να μπήξεις τα δόντια σου στο εκεί που σφύζουν οι καρωτίδες του και να πάρεις κεφάλι στην κούρσα για τα καλά. Κάθε βιβλίο σου μετατρέπεται στον χειρότερο εφιάλτη μου. Με έκανες να σιχαθώ τους χιονάνθρωπους. Εκλιπαρώ για τον οίκτο σου και σου ζητάω να μου δώσεις πίσω τον ανέφελο και ατάραχο ύπνο μου.
Jo Nesbo, είσαι βρικόλακας.   


Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2013

Λερναία Ύδρα

Σε μια χώρα που οι γέροι μένουν παρατημένοι σε γκαρσονιέρες-κλουβιά στο Νέο Κόσμο, στην Καλλιθέα ή τα Πατήσια μέχρι να λιώσουν. Σε μια χώρα που όλο και περισσότερα παιδιά είναι υποσιτισμένα, ανασφάλιστα και ανεμβολίαστα. Σε μια χώρα όπου ο ειδικευόμενος γιατρός δηλώνει μεγαλύτερο εισόδημα από τον τραπεζίτη και τον εφοπλιστή. Σε μια χώρα που οι ΕΠΕΝίτες τσεκουροφόροι τραμπούκοι συνασπίζονται με χαμερπείς, ψοφοδεείς αριστερούς για να διασώσουν με κοινοβουλευτικά και νομικά τετρίπια τον σοσιαλιστή εταίρο τους ώστε να μην καταρρεύσει το κυβερνητικό τους εξάμβλωμα και το πετυχαίνουν. Σε μια χώρα όπου ο θύτης μερικών από τις βαρύτερες δημοκρατικές εκτροπές της σύγχρονης ιστοριας της, εν μέσω παραληρήματος, με στόμα που αναβλύζει σκατά και χολή και μάτια που βράζουν από το μίσος δηλώνει αθώος και δικαιωθείς από τις εξελίξεις, παρά το ότι ο επιχειρηματίας στον οποίο έστηνε κώλο και του χάριζε κάμποσα εκατομμύρια γιούρο με απολύτως αδιαφανείς διαδικασίες πριν λίγους μόνο μήνες, αυτή τη στιγμή βρίσκεται στη φυλακή. Σε μια χώρα που εκεί που εγώ πετάω τα σκουπίδια μου, άλλοι στρώνουν το τραπέζι τους. Σε μια χώρα που διαπομπεύονται οι οροθετικές πόρνες και προστατεύονται οι νταβατζήδες τους. Σε μια χώρα που μια εφημερίδα δημοσιεύει εξώφυλλα τέτοια, που ακόμη και ο Γκέμπελς θα αισθανόταν συστολή να τα συντάξει και ανταμοίβεται από τον αιμοδιψή λαό με τον μεγαλύτερο αριθμό πωλήσεων. Σε μια χώρα που η δολοφονία μετανάστη για μια προσπέραση σε λίγο θα δικάζεται βάσει κώδικα οδικής κυκλοφορίας και όχι βάσει του νόμου περί ρατσιστικών εγκλημάτων. Σε μια χώρα όπου ο μεγαλύτερος εγκληματίας που καταδικάστηκε ποτέ είναι μια ζαρντινιέρα. Σε μια χώρα που οι περισσότεροι θέλουν να γίνουν όταν μεγαλώσουν αυτό που εγώ σιχαίνομαι. Σε μια χώρα που ο Τζάνγκο δε θα σπάσει ποτέ τις αλυσίδες του και δε θα αγκαλιάσει ποτέ τη Βρουχίλδη του...

...τα ψωμιά μου είναι μετρημένα.

Από τη Σπάρτη στο Παγκράτι

Η πρώτη εν Αθήναις συναυλία του φίλου Μιχάλη Τσαντίλα το προηγούμενο Σάββατο στο cafe Alavastron του Παγκρατίου, είχε χαρακτήρα πραγματικά μυσταγωγικό για πολλούς και διάφορους λόγους. Για το ότι είχα να τον ακούσω να παίζει ζωντανά μουσική και να τραγουδά από την προηγούμενη χιλιετία. Για το ότι αφορμή για την εμφάνισή του ήταν η κυκλοφορία του πρώτου του δίσκου. Για το ότι συνοδοιπόροι του επί σκηνής ήταν μουσικοί γνωστοί μου από τα παλιά, όλοι Σπαρτιατες και όλοι ανθιστάμενοι με κάθε μέσο στην πολιτισμική παρακμή της γενέτειράς μας -αυτής που το φιλόμουσο κοινό της κατάφερε με την συμπεριφορά του προ μηνών να κάνει τον Παύλο Παυλίδη να ακούει για Σπάρτη και να φτύνει τον κόρφο του. Για το ότι επέλεξε έναν χώρο, ο οποίος αν και φαντάζει ελαφρώς γερασμένος και παρατημένος -εγώ προσωπικά δεν μπορώ να εντοπίσω ούτε μία διαφορά σε σχέση με το 1999 όταν και πρωτοπάτησα εκεί-, συνεχίζει να έχει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα προγράμματα και μάλιστα σε σχεδόν καθημερινή βάση. 
Στο προκείμενο τώρα. Τέσσερις καταπληκτικοί μουσικοί, ο Μιχάλης Τσαντίλας στη φωνή, τα πλήκτρα και την κιθάρα, ο Χρήστος Σπυράκης στην κιθάρα και τη μουσική επιμέλεια του εγχειρήματος, ο Γιάννης Δαμιανός στο μπάσο και ο Ιάσωνας -χρωστάω ακόμα στον πατέρα του ένα πεταλάκι κιθάρας- Κυριακόπουλος στα τύμπανα. Ένα εξαιρετικά εκτελεσμένο, φωτεινό σετ διάρκειας περίπου δύο ωρών (ίσως και κάτι παραπάνω) με τα τραγούδια του δίσκου του, αλλά και διασκευές σε γνωστά ελληνικά και ξένα τραγούδια. Κορυφαίες στιγμές αυτά που ήδη έχω ξεχωρίσει και αγαπώ από το δίσκο (Τι κι αν, Αρχάγγελος, Μια σκιά, Forgive Me, Take Me Away) καθώς και η πολύ γεμάτη εκτέλεση στη Δεύτερη Ευκαιρία και από τις διασκευές η "κιθάρα-φωνή" ερμηνεία του όλο και πιο επίκαιρου πανουσιακού Είμαι Γυφτάκι, το Αερικό του Θανάση Παπακωνσταντίνου (κομψοτέχνημα το σόλο του Σπυράκη) και το Come Together των Beatles με το jamming στο φινάλε. Επειδή ο λαός απαιτούσε κι άλλο, ο καλλιτέχνης, μας αποζημίωσε με δύο ακόμη τραγούδια, ένα των Beatles κι ένα του Φοίβου Δεληβοριά.
Δεν έχω κάτι άλλο να γράψω, παρά μόνο τούτο. Δε νομίζω ότι κανείς έφυγε από το Alavastron με σκιές στο μυαλό. Τα περάσαμε όμορφα, πραγματικά όμορφα. Και εις άλλα με υγεία.


Τρίτη, 8 Ιανουαρίου 2013

Φοβού

Να φοβόμαστε το λευκό το χιόνι, μην παγώσουμε... 
Να φοβόμαστε τη δροσερή τη βροχή, μην βρεχτούμε...
Να φοβόμαστε τον ζεστό τον ήλιο, μην καούμε... 
Να φοβόμαστε να παίξουμε, μην μας πουν χασομέρηδες...
Να φοβόμαστε να απεργήσουμε, μην μας πουν τεμπέληδες...
Να φοβόμαστε να ανάψουμε το τζάκι, μην μολύνουμε... 
Να φοβόμαστε να γελάσουμε, μην μας πουν ανώριμους... 
Να φοβόμαστε να κλάψουμε, μην μας πουν αδύναμους... 
Να φοβόμαστε να φωνάξουμε, μην μας πουν απολίτιστους...
Να φοβόμαστε να διεκδικήσουμε, μην μας πουν συντεχνία...
Να φοβόμαστε να διαδηλώσουμε, μην δημιουργήσουμε κακή εντύπωση...
Να φοβόμαστε να κρίνουμε, ίνα μην κριθούμε...

Να φοβόμαστε γενικώς. Μέχρι παράλυσης.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2013

Το σκότωμα

Ανέβαινε την ανηφόρα ζαλωμένος ο μπαρμπα-Πότης. Τι μέρος του λόγου ήτανε; Αγωγιάτης ήτανε, από τον Μυστρά. Αριστερός ήτανε, κουμάντο στο Μυστρά τότε κάνανε οι Χίτες. Πριν και από τη μάχη του Μυστρά. Όπου τονε πετυχαίνανε, τονε βαρήγανε. είχε μάσει στυλιάρι σωρό. Πού τα ξέρω 'γω αυτά; Εγώ, αγαπητέ, γεννήθηκα και μεγάλωσα μέσα στο κάστρο του Μυστρά. Μέσα! Πλάι στα ξωκλήσσια! Εγώ είμαι γνήσια Μυστριώτισσα, όχι τάχαμου-τάχαμου. Άκου τώρα, γιατί έχω και δουλειές, έχω κατσαρόλα αφημένη στη φωτιά. Ανέβαινε και βαρυγκόμαγε ο μπαρμπα-Πότης για να βγει στη δημοσιά. Κατά που βγαίνει στο σκότωμα του Βλασσόπουλου -ξέρεις πού είναι, δεν ξέρεις; όχι δα!- κάνουν και πετάγονται μέσα από τους μπαξέδες κάτι γομάρια. Αμπέχονα, φυσεκλίκια, ντουφέκια, κει να δεις πράματα. "Τι 'σαι συ ρε;" του λένε. Τους κοιτάει με μάτια κουρασμένα ο μπαρμπα-Πότης, σκύβει και πέφτει στα γόνατα. "Βαρείτε", τους λέει. Τονε κοιτάνε τα γομάρια σαστισμένα, τονε ξαναρωτάει το πιο γομάρι απ' όλα. "Ρε τι 'σαι συ;" του γρυλίζει. Και λέει ο μπαρμπα-Πότης: "Ότι και να πω, με όποιους και να είμαι, ξύλο θα φάω. Οπότε, βαρείτε να τελειώνουμε". Και τον πελεκήσανε. Ξανά και ξανά. Κι έρχομαι εγώ και σε ρωτάω. Για το λόγο ποιόνε;

Η γιαγια εξιστορεί περιστατικά ανεκτίμητης αξίας από τα χωριά στους πρόποδες του Ταϋγέτου. Υπεύθυνος για την απόδοση ο εγγονός.

Τρίτη, 1 Ιανουαρίου 2013

All we love we leave behind...

Λίγες μέρες πριν το γύρισμα του χρόνου, συνέλαβα εαυτόν να στέκει αποσβολωμένος με το άκουσμα του τελευταίου δίσκου των Converge. Αισθανόμενος λίγος, ανεπαρκής κι εκτός γνώριμων υδάτων ώστε να συντάξω ακόμη και δυο αράδες για αυτόν, ζήτησα από τον καρδιακό μου φίλο και φανατικό οπαδό των Converge Σάκη Γεροντίδη να γράψει αυτός μια κριτική. Μου πρόσφερε κάτι πολύ περισσότερο. Τον θαυμάζω -όπως μου αρέσει να θαυμάζω τους δικούς μου ανθρώπους- και τον ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Είναι ο δικός μου Kurt Ballou. Είναι αδερφός. Χρόνια καλά σε όλους. 

Με πολλή χαρά (απο)δέχθηκα την 28η Δεκεμβρίου 2012 την πρόταση του φίλου μου Κώστα, να γράψω μία παρουσίαση του νέου άλμπουμ των Converge, για να την αναρτήσει στο ιστολόγιό του. Η ιδέα έσκασε right on time, γιατί εδώ και μέρες είχα νιώσει την ανάγκη να εκφραστώ συγγραφικά σε ένα μη νομικό, προσωπικό κείμενο. Το bluesundertheredsun.blogspot.com, αποτέλεσε το ιδανικό περιβάλλον, γιατί είναι το ένα από τα (μόλις) δύο ιστολόγια που παρακολουθώ συστηματικά, εκ των οποίων δε το μόνο που ανανεώνεται / εμπλουτίζεται συχνά.  
Το ερώτημα που με απασχόλησε μετά την αυθόρμητη καταφατική απάντησή μου, είχε να κάνει με το ύφος που η παρουσίαση θα μπορούσε να λάβει. Θα παρουσιάζει τον δίσκο ως αντι-κείμενο ή υπο-κείμενο; Η απάντηση στηρίχθηκε σε δύο δεδομένα:
α) Στην επί χρόνια συναναστροφή μου με το χώρο της μουσικής δημοσιογραφίας, που με έπεισε ότι σχεδόν κανείς δε γράφει για τη μουσική χάριν της μουσικής, αλλά για να καλύψει άλλες ανάγκες, άλλοτε του «γίγνεσθαι» ή του «είναι», και άλλοτε του «φαίνεσθαι».
β) Στο ότι η πολυσυλλεκτικότητα του ιστολογίου, ως διαδικτυακός αντικατοπτρισμός «του πνεύματος της οδού Θερμοπυλών», επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει, το να γράφεις όχι μόνο ό,τι θες, αλλά όπως το θες.
Κατόπιν αυτών, και ξεκινώντας, σας λέω ότι δε θα γράψω πως ακούγεται ο νέος δίσκος των Converge, αλλά πως ακούω τον νέο δίσκο των Converge. Δε θα αναφερθώ στο σύνολο της μουσικής, εικαστικής και στιχουργικής δημιουργίας ως αισθητικό αποτέλεσμα. Αλλά στο κράμα εμπειριών που θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει στον ακροατή, ώστε το άλμπουμ να του μιλήσει, όσο και όπως μίλησε σε εμένα.
Για τις ανάγκες της (κατά το δυνατόν συνοπτικής) παρουσίασης και μόνο, οι υποψήφιοι ακροατές χωρίζονται σε δύο ανθρωποτύπους, τα ειδοποιά χαρακτηριστικά των οποίων αντιπαραβάλλονται.
Έτσι υπάρχουν:
Εκείνοι που πήγαιναν σχολείο με το σχολικό, και εκείνοι που πήγαιναν πεζή με την παρέα τους, ακόμη και όταν έβρεχε.
Εκείνοι που έπαιξαν για πρώτη φορά αθλήματα στα γήπεδα αθλητικών συλλόγων, και εκείνοι που «έστησαν» τέρματα στις αλάνες και καλάθια στα περβάζια παραθύρων.
Εκείνοι που διάβασαν λογοτεχνία για να προετοιμαστούν για τη μελλοντική ζωή, και εκείνοι που διάβασαν για να εξηγήσουν την ενεστώσα ζωή.
Εκείνοι που έριξαν/έφαγαν για πρώτη φορά μπουνιά σε videogame, και εκείνοι που την έριξαν, την έφαγαν, και το πιο ανατριχιαστικό, την άκουσαν για πρώτη φορά στο δρόμο.
Εκείνοι που μπήκαν στο πανεπιστήμιο για να βρουν μια δουλειά, και εκείνοι που μπήκαν γιατί διερευνούσαν έναν ακόμη πιθανό τρόπο έκφρασης/εξέλιξης.
Εκείνοι που ενδόμυχα νιώθουν οικεία με την περσόνα του Christian Bale στο American Psycho, και εκείνοι που, αν και ενδεχόμενα το ίδιο «επιτυχημένοι», καίνε τις δάφνες (της ματαιότητας) του κοινωνικού στάτους, και βρίσκουν περισσότερο από τον εαυτό τους στο ‘A bout de souffle.
Εκείνοι που αν και κορίτσια και αγόρια, υποδύονται τις γυναίκες και τους άνδρες, και εκείνοι που αν και γυναίκες και άνδρες, υποδύονται τα κορίτσια και τα αγόρια, γιατί αντιμάχονται στην παιδικότητα, την υπαρξιακή μοναξιά της ενηλικότητας...
Οι πρώτοι, θα τα καταφέρουν στη ζωή τους. Οι δεύτεροι, θα ζήσουν τη ζωή τους. Θα πληγωθούν, θα πληγώσουν, θα πληγωθούν.
Οι πρώτοι, θα «εκτιμήσουν» το “All we love we leave behind”, και θα καταναλώσουν, όπως το οτιδήποτε, έτσι και αυτό. Οι δεύτεροι, θα το αγαπήσουν. Και θα ζήσουν με αυτό.
Γιατί έχει τα όλα τα φάρμακα της Τέχνης, που «κάμνουνε – για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή».