Κυριακή, 7 Απριλίου 2013

Τα ντόνατς του J Dilla

Από μικρός θυμάμαι να μου άρεσαν τα κολάζ. Μου άρεσε να χαζεύω να ζευγαρώνουν μέσα τους ταιριαστά ή και αταίριαστα θέματα, μου άρεσε πώς συχνά έκλειναν πονηρά το μάτι στο κιτς. Είχα φτιάξει κι εγώ ένα δικό μου πάνω σε ένα μαύρο χαρτόνι, αφού είχα πετσοκόψει διάφορα καλλιτεχνικά ένθετα εφημεριδων, κόμικς ή περιοδικά για κιθάρες για να προκύψουν οι πρώτες ύλες της αρεσκείας μου. Το είχα ντύσει και με αυτοκόλλητο πλαστικό απ' αυτά που σου έντυνε η μαμά σου βιβλία και τετράδια κάθε Σεπτέμβρη για να κάνω τους ήρωές μου αλεξίσφαιρους και άτρωτους. Το αγαπούσα εκείνο το κολάζ παρά τις ατέλειές του για τις οποίες ευθυνόταν εν μέρει η ανικανότητα ενός αριστερόχειρα να κόψει με ψαλίδι για δεξιόχειρες -τις στραβοκομμένες φιγούρες και τις εγκλωβισμένες φυσαλίδες αέρα κάτω από το πλαστικό- και το πήρα μαζί μου όταν έφυγα από την τιμημένη Θερμοπυλών και ανέβηκα στην Αθήνα. Δεν το έχω πια, κάπου το δώρισα. Ευχή και κατάρα δίνω σε όποιον ή όποια το έχει να μην του κάνει κακό, είναι σπάνιο κειμήλιο της ελάχιστα καλλιτεχνικής πλευράς μου. Η εμμονή μου τροφοδοτήθηκε ακόμη περισσότερο όταν επισκέφτηκα πριν κάποια χρόνια το Παρίσι και τις ημέρες εκείνες το Pompidou φιλοξενούσε μια τεράστια έκθεση-αφιέρωμα στους DaDa. Εκεί να δεις κολάζ, εκεί να δεις οργισμένους καλλιτέχνες του Μεσοπολέμου να αποδομούν με ανίερο και χλευαστικό τρόπο την αστική κουλτούρα, να φτύνουν κατάμουτρα την μπελ επόκ και από τα συντρίμια του Μεγάλου Πολέμου να σκαρώνουν αριστουργήματα. Ούτε καν με πτόησε το γεγονός ότι, απ' όσους φίλους επισκέφτηκαν την έκθεση, μόνο εγώ ενθουσιάστηκα τόσο. Ούτε καν καταδέχτηκα να απαντήσω στις αιτιάσεις τους ότι το κολάζ δεν είναι τέχνη. Συγνώμη που βαριέμαι τα ιμπρεσιονιστικά ποταμάκια και νούφαρα, αλλά χέστηκα. Για μένα είναι και δεν ξέρω ποια καλή νεράιδα με έστειλε πάνω του, αλλά στο πρόσωπο του μακαρίτη J Dilla και ειδικά στο τελευταίο αριστούργημα της ζωής του με τίτλο Donuts, βρήκα το μουσικό ανάλογο της αγαπημένης μου τεχνοτροπίας. O J Dilla σέρβιρε τα τριανταένα λαχταριστά του ντόνατς σε ηλικία τριανταδύο ετών, λίγες μέρες μόνο πριν καταλήξει από επιπλοκές χρόνιας νόσου. Ο άνθρωπος που με τη δημιουργικότητά επανέφερε την τιμημένη πόλη του Ντιτρόιτ και πατρίδα της Motown ξανά στο προσκήνιο μετά από χρόνια για λόγους εντελώς διαφορετικούς από αυτούς με τους οποίους είχε ταυτιστεί για καιρό, όπως η ανεργία, οι κοινωνικές αναταραχές και η General Motors, ηχογράφησε το μεγαλύτερο μέρος του αριστουργήματος όντας κλινήρης και σωματικά εξαντλημένος μεν, με την εμπνευσή του στο ύψιστο δε. Από την πραγματικά αχανή δισκοθήκη του -την οποία μπορείτε να απολαύσετε εδώ- ανασύρει πραγματικά διαμάντια και τα χρησιμοποιεί σαν samples πάνω στα δικά του beats και μπασογραμμές. Παρελαύνουν χορεύοντας λοιπόν στο μοναδικό αυτό κολάζ ο Zappa με τον Shuggie Ottis, ο James Brown με τους Kool and The Gang, ο Stevie Wonder με τους Mountain στους ρυθμούς ενός τυπάκου που έχαιρε και χαίρει αναγνώρισης απο καλλιτέχνες ολόκληρου του μουσικού φάσματος που με το έργο του προσπάθησε να ενοποιήσει, από τη τζαζ μέχρι το χιπ χοπ. Γιατί η Μουσική είναι Μία. Και, όπως υπερθεματίζει και η φίλη του Erykah Badu στην αφιέρωση ενός πίνακα ζωγραφικής που του χάρισε: "Music Is Love, Ain't Nuthin Real But Love"


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου