Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Ζωή ποδήλατο

Ήμουν σίγουρος ότι γερνάω και μάλιστα άσχημα. Δεν είχα αναγκη τις διάφορες δοκιμασίες μνήμης και γνωσιακών δεξιοτήτων με τις οποίες οι νευρολόγοι και ψυχίατροι ταλαιπωρούν τον κοσμάκη για να το διαπιστώσω. Μπορεί να ήμουν ακόμα σε θέση να αφαιρώ διαδοχικά από το εκατό το εφτά ή να ανακαλώ τρεις λέξεις μετά από πέντε λεπτά, αλλά αυτό δε μου λέει τίποτα. Κοβόμουν στα άλλα, τα πιο σημαντικά. Άρχισα να σκέφτομαι αν θα παραγγείλω απέξω ή -αφού είχα παραγγείλει- πού διάολο θα κάθονταν όλα αυτά τα σάπια και λατρεμένα που μόλις είχα καταβροχθίσει. Η δικαιολογία "ήταν-βαριά-εφημερία-σίγουρα-τα-έκαψα-αφού-πάλι-δε δούλευε-το-ασανσέρ-και-ο-αναλυτής-αερίων-αίματος-στον-όροφο" ακουγόταν πλέον στα αυτιά μου τόσο γελοία όσο οι φτηνές δικαιολογίες του Δημήτρη του Κουτσούμπα. Ή όσο οι τελευταίες τηλεοπτικές σειρές του Γιάννη Μπέζου. Ή όσο το line up του φετινού Rockwave. Ή όσο η ανακήρυξη της συναυλίας των Kasabian ως λάηβ της χρονιάς ή της δεκαετίας ή του αιώνα στη χώρα. Δηλαδή απύθμενα γελοία. Τα  μέηντ ιν Νέα Σμύρνη πιτόγυρα και τα  με σως μέηντ ιν Ζωγράφου καλαμάκια έτειναν να γίνουν από συνοδοιπόροι μου, βενζεβούληδες που κατασπάραζαν τα νιάτα μου δουλεύοντας σε αγαστή σύμπνοια με το βεβαρημένο γονιδιακό μου υπόστρωμα. Σίγουρα είχα αρχίσει να γερνάω. Το όραμα το είδα ως άλλος Σαούλ όταν προσπάθησα αντανακλαστικά να κάνω ποδήλατο χωρίς να κρατάω το τιμόνι, όπως τον παλιό καλό καιρό. Τότε που στην όδο Θερμοπυλών της Σπάρτης θα σε διαπόμπευαν δικαίως έτσι και δεν έκανες κανα δυο χιλιόμετρα χωρίς να κρατάς το τιμόνι ή η σούζα σου είχε διάρκεια κάτω από τρία λεπτά. Τζίφος. Παραλίγο να πάρω σβάρνα τους καθρέφτες των παρκαρισμένων σε αμφότερες πλευρές του δρόμου αυτοκινήτων -θέαμα οικτρό ή παθέτικ που λέει και ο αδερφός Κορίνης-, προκαλώντας ανυπολόγιστες ζημιές στην τσέπη μου και κυρίως στην αξιοπρέπειά μου. Και ενώ ο Σαούλ έγινε Παύλος και χριστιανός μεγάλος, εγώ κατάλαβα πόσο χρήσιμα είναι για έναν ερασιτέχνη γηράσκοντα ποδηλάτη τα διάφορα αξεσουάρ, όπως κουδουνάκια, φωτάκια, ανακλαστικά και λοιπές αηδίες, με τις οποίες αν εμφανιζόσουν στη Θερμοπυλών, την Άγιδος, τη Διοσκούρων και τη Λυσάνδρου, αντιμετωπιζόσουν ως εξωγήινος ή απλά ως κάτοικος κάποιας άλλης, πολύ-πολύ μακρινής γειτονιάς πίσω από τα γυμνάσια της Σπάρτης, άλλης πόλης ίσως ή ακόμη και άλλου γαλαξία. Σίγουρα είχα αρχίσει να γερνάω. Έβλεπα τις άσπρες τρίχες να φύονται όλο και πυκνότερες στα μούσια μου και τη μάνα μου να λέει ότι φταίει που πήρα τα χρώματά της γιατί και αυτή άσπρισε γρήγορα. Καλά μάνα, μας έπεισες. Είναι η τέταρτη συναπτή θερινή περίοδος που ξεμένω χωρίς τα λατρευτά, βρωμερά, μωβ, χαμηλά ολ σταρ παπούτσια με τα οποίο έχω ταυτιστεί στη συνείδηση τη δική μου και της παρέας μου. Όταν χαλούσαν, πήγαινα και έπαιρνα τα ίδια. Φαντάζομαι ότι κάτι παρόμοιο έκανε και κανει και ο Οβελίξ με τη ριγέ του βερμούδα, δεν μπορώ να πιστέψω ότι έχει βγάλει τόσα τεύχη και τόσα ταξίδια με την ίδια. Αν ναι, να του πείτε ότι είναι πολύ βρωμιάρης. Δεν πάω στην πορεία του Πολυτεχνείου γιατί μου φταίνε όλα. Οι ανθρώπινες αλυσίδες, το δίκιο του εργάτη, το ποτάμι που δε γυρίζει πίσω, οι μπάτσοι ως είδος και οι κάφροι ως φαινόμενο. Σταμάτησα να ασχολούμαι με τον Ολυμπιακό γιατί μου φταίει ο Μαρινάκης. Μου φταίει ο Σαββόπουλος και ο Μουζουράκης, ο Νεϊμάρ, το παλτό ο Μανιάτης, μου φταίει και ο Τσίκο Μορένο που εγώ τον θυμόμουν στα νιάτα μου να κεντάει και τον είδα προ ημερών να στριγγλίζει σα γατί σε ακάλυπτο πολυκατοικίας κατά την αναπαραγωγική περίοδο. Έτσι δε λένε για τους γέρους, ότι τους φταίνε όλα;
Και σε μια στιγμή -μπορεί και περισσότερο- όλα ανατρέπονται. Έβγαλα δύο συναυλίες μπακ του μπακ βουτηγμένες στο λιοπύρι, τη μπύρα και τη μασχαλίλα κύριε, ή δεν έβγαλα; Κανόνισα να ξαναπάω για μπάλα μετά από χρόνια αναλαμβάνοντας κάθε ευθύνη για τη σωματική μου ακεραιότητα ως ώριμο άτομο, κύριε ή δεν κανόνισα; Είμαι γκρούπι στις μπάντες των κολλητών μου φίλων ή δεν είμαι; Πίνω ακόμη γάλα με χέμο ή δεν πίνω; Βάζω ακόμη κέτσαπ στο πιτόγυρο ή δεν βάζω; Αγοράζω ακόμη δίσκους σαν πρεζάκι ή δεν αγοράζω; Καταβρόχθισα τον ευνουχισμένο τράγο με τους φίλους μου όπως κάθε χρόνο στο φεστιβάλ γίδας που διοργανώνει ο σύντροφος Πάνος; Κάναμε παπάρα από το ίδιο λαδωμένο πιάτο; Ξαναμνημονεύσαμε το χαμένο δελτίο Προπό της Χαρούλας Πεπονάκη; Ευθυμήσαμε με τους υπερανθρώπους του δήμου Φάριδος και τα κατορθώματά τους μέσα στους αιώνες; Θυμηθήκαμε τότε που χωρίς καμία αιδώ στο πρόγραμμα των συναυλιών μας αντάμωναν κακοπαιγμένα οι Scorpions με τους Running Wild και μας άκουγαν από κάτω δέκα νοματαίοι, αδέρφια ή γκόμενές μας; Τότε που κάναμε πρόβες στο υπόγειο στούντιο-γαμιστρώνα κάθε Σάββατο και Κυριακή αυστηρά για να σπάζουμε με πρόγραμμα τα παπάρια του γείτονα; Σας ενημερώνω έμπλεος υπερηφάνειας και αναζωογονημένος λοιπόν ότι τα φέραμε εις πέρας όλα. Μια χαρά είμαστε ρε, άρχοντες! Ας όψονται η μουσικη και οι φίλοι μας.





Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

O JJ Cale στο πάρκο της Ευαγγελίστριας

Με αφορμή την ανάγνωση της είδησης του θανάτου του JJ Cale, είπα να τινάξω από πάνω μου έστω ένα μικρό μέρος από τη σκόνη που με έχει πλακώσει και κάνει το ιστολόγιο να φαντάζει πιο εγκαταλειμμένο και από τη Νέα Ορλεάνη μετά το πέρασμα του τυφώνα Κατρίνα και να γράψω δυο γραμμές. Δε σκοπεύω να ξεσκουριάσω με επικήδειους για τον συμπαθέστατο Cale. Δεν ήμουν ποτέ ειδήμων της μουσικής του, αν και συναντιόμασταν συχνά-πυκνά, είτε στους δίσκους του λατρευτού μου Slowhand, είτε σε αυτούς των Lynyrd Skynyrd, είτε τέλος όταν η αρμάδα των Mule επέλεγαν να διασκευάσουν το προσωπικό αγαπημένο Cajun Moon. Πέραν αυτών όμως, ο μακαριστός είναι καταδικασμένος να μου στοιχειώνει τη μνήμη για έναν άλλο, άκρως λακωνικό λόγο. 
Πρέπει να ήταν πριν καμιά δεκαριά χρόνια, καλοκαίρι, όταν για να σκοτώσω αυτές τις μίζερες πρώτες βραδινές ώρες μέχρι να αρχίσω να πίνω μπύρες χωρίς τον κίνδυνο η αδυσώπητη κοινωνία να με  χαρακτηρίσει μπεκρή, κατέληξα με έναν καλό φίλο στο πάρκο της μητρόπολης, το οποίο είχε παραχωρηθεί σε τοπικό ωδείο για να παρουσιάσουν εκεί οι σπουδαστές του την καλοκαιρινή τους γιορτή. Δεν πίστευα σε τίποτα, δεν ήλπιζα σε τίποτα από το σόου, ήμουν ελεύθερος. Είχα γνώση του τι σημαίνει γιορτή ωδείου στην επαρχία. Απλά πετάμε στο πάλκο τα πιτσιρίκια να παίξουν ότι τα φωτίσει ο θεός Απόλλωνας και να τα αποθεώσουν από κάτω μανάδες, πατεράδες, θειάδες, παππούδες και γιαγιάδες ωσάν να άκουγαν τον Marcus Roberts. Παρόλα αυτά, το πάρκο ήταν -και είναι πολύ- όμορφο με ένα μάλλον πεύκο -είμαι τραγικά ανεπαρκής στο να αναγνωρίσω στοιχειώδεις φιγούρες της εγχώριας χλωρίδας- να δεσπόζει, το οποίο ταλαιπωρείται συστηματικά επί έτη στολιζόμενο με χρωματιστά πανηγυριώτικα λαμπιόνια μεγέθους όσο και το κεφάλι μου, ανεξαρτήτως περίστασης. Απορώ που γράφω καλά λόγια για τον εν λόγω χώρο, καθώς λίγα χρόνια πριν από το δρώμενο που περιγράφω, εκεί είχε λάβει χώρα το μουσικό βατερλό εμού και αδερφικών μου φίλων, σε μια ανεκδιήγητη συναυλία με πολύ παρασκήνιο και ακόμα περισσότερο γέλιο. Περασμένα ξεχασμένα, καλή καρδιά και πάμε παρακάτω. Εκεί λοιπόν που εμείς σκοτώναμε την ώρα μας και οι μικροί μας φίλοι έστηναν στο απόσπασμα το αφαν γκατέ της παγκόσμιας μουσικής, ο ολίγον φαφλατάς υπεύθυνος της σχολής ανακοίνωσε με καμάρι που όμοιό του δε θα είχε ούτε αν παρουσίαζε τους Allman Brothers, ότι θα ακολουθούσε η ροκ μπάντα της σχολής. Συνέχισε λέγοντας ότι το εναρκτήριο τραγούδι του προγράμματος θα ήταν το γνωστό και μη εξαιρετέο Cocaine του JJ Cale. Όλα καλά ως εδώ. Εύκολο κομματάκι, σκέφτηκα, καλή επιλογή για αναδυόμενους ροκ αστέρες. Ποιος μπλέκει τώρα καλοκαιριάτικα με Hendrix και άλλα άκρως απαιτητικά ακούσματα. "Όμως" αναφωνεί ο υπεύθυνος, αποσπώντας μου την προσοχή από την καταδικασμένη σε ήττα μάχη μου με τα κουνούπια, "επειδή σκοπός της σχολής δεν είναι να προσφέρει απλά μουσικές γνώσεις αλλά και να διαπαιδαγωγεί συνάμα, θα τροποποιήσουμε τους στίχους και στη θέση του σατανικού ναρκωτικού Cocaine, θα αναφωνούμε όλοι μαζί So pray". Κοιταζόμαστε με τον κολλητό, ξαναστρέφουμε το βλέμμα προς τη σκηνή περιμένοντας να ακούσουμε κάτι σαν "έλα ρε μαλάκες, πλάκα έκανα", αλλά μάταια. Η μπάντα είχε αρχίσει να εκτελεί ποικιλοτρόπως το κομμάτι και όπως κυλούσαν τα μέτρα και φτάναμε στο σημείο που ο τραγουδιστής θα καλείτο να θάψει την κοκαΐνη κάτω από προσευχές υπό το βλέμμα πάντα της οικοδέσποινας Ευαγγελίστριας, ένιωθα σαν να πηγαίνω καρφί σε μαντρότοιχο χωρίς φρένα. Οι προσευχές μου δεν εισακούστηκαν, έπαιζα άλλωστε εκτός έδρας -και σε τι έδρα, κανονικό Μπερναμπέου- και τελικά το άσμα του Cale μεταμορφώθηκε με ελάχιστη προσπάθεια και σπαρτιατικώ τω τρόπω σε ορθόδοξο ύμνο. Και πέρασαν αυτοί καλά κι εγώ χειρότερα, καθώς κλήθηκα να ανταπεξέλθω στο χτύπημα με υπέρμετρη κατανάλωση ζύθου με όλα τα δεινά που αυτός προκαλεί σε ουροποιητικό και νευρικό σύστημα. Μια απορία μόνο έχω εδώ και τόσα χρόνια αναπάντητη. Αφού ρε άνθρωπε ήθελες να ευχαριστήσεις τον ορθόδοξο μουλά για την παραχώρηση του πάρκου ή δεν ξέρω κι εγώ για ποιον άλλο λόγο, έπρεπε να διαλέξεις το Cocaine για τη ροκ ενότητα της βραδιάς; Τόσα γκόσπελ υπάρχουν που υμνούν το μεγαλοδύναμο, χάθηκε να βρεις ένα απ' αυτά; Τι σου λέω τώρα θα μου πεις. Εσύ είσαι ικανός να τροποποιήσεις και το Mr. Crowley και να το φέρεις σε χριστιανικό mood. Ρε μπας και ήταν κάπου εκεί κοντά ο Σαββόπουλος και εμπνεύστηκε όλες αυτά τα αίσχη τα χρόνια που ακολούθησαν; 
Όπως και να έχει, Mr. Cale, thanks for the memories...!

Τον Νίκο Μαμαγκάκη τον έμαθα πρώτη φορά με αφορμή το θάνατό του πριν από λίγες ημέρες, αλλά πρόλαβα ήδη να αγαπήσω μια φράση του: «Η ζωή δεν είναι μόνο καθωσπρεπισμός. Είναι απ' όλα, είναι και χυδαιότητα. Φτάνει να είναι στη σωστή δόση. Αυτό είναι νομίζω το ζητούμενο της ζωής. Αν δεν το παραδεχτείς, είσαι καταδικασμένος»       

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

Τι την έκανε τη μπάλα ο Θεός;

Από μικρός είχα μια ευκολία να προδίδω χωρίς ιδιαίτερες τύψεις τα λάβαρα και τις σημαίες. Ήμουν από αυτούς που υποστήριζα άλλη ομάδα στο ποδόσφαιρο, άλλη ομάδα στο μπάσκετ. Μη σου πω και άλλη ομάδα στο βόλεϋ, όταν στην Ορεστιάδα έπαιζε ο μακαρίτης ο Νίκος Σαμαράς, τότε που η Θράκη φάνταζε για μένα πιο μακριά και από τις νήσους Πάσχα, τότε που ούτε που φανταζόμουν ότι μετά από χρόνια θα πίνω φραπέδες στην κεντρική πλατεία της πόλης προάγοντας τον λεγόμενο στρατιωτικό τουρισμό. Έτσι λοιπόν, υποστήριζα Ολυμπιακό στη μπάλα και Παοκ στο μπάσκετ. Συγχωρήστε με αγαπητοί φανατικοί, αλλά από τον αγαθό γίγαντα Καμπούρη και τον Παπαδάκο, προτιμούσα τον Μπάνε, τον Μπάρλοου και τον ιπτάμενο Κλιφ Λίβινγκστον. Υποστήριζα τον Πάοκ εν γνώσει μου ότι τα κατορθώματα του αιώνιου αντιπάλου Άρεως θα ήταν αξεπέραστα. Ίσως ενδόμυχα υποστήριζα τον Πάοκ επειδή τον Άρη τον αποκαλούσαν αυτοκράτορα. Δεν ήμουν ο μόνος προδότης στη γειτονιά, μου έρχονται στο μυαλό τουλάχιστον αλλοι τρεις αδερφικοί φίλοι που έκαναν το ίδιο γούστο, με διαφορετικούς ίσως συνδυασμούς ομάδων. Υπήρχε και χειρότερος, που άλλαζε ομάδα κάθε δυο-τρία χρόνια μέχρι να καταλήξει στην Άεκ. Ποτέ κανείς μας δεν υπήρξε αντικείμενο χλευασμού. Ίσως σε αυτό να βοήθησε η ανεξιθρησκία της υπέροχης παιδικής γειτονιάς μου. "Κώστα, ο Σάκης από σήμερα παύει να είναι Πανιώνιος". "Και τι θα γίνει"; "Άεκ, λέει". "Α, οκέη". Κάπως έτσι και τόσο απλά. Και παίζαμε, και χτυπιόμασταν, και νύχια ξεκόλλησαν στις πέτρες, και δόντια έσπασαν στα τουράκια, και αρπαζόμασταν για λίγο, και βολτάραμε με τα μπιεμεξ ποδήλατα, και ξυπνούσαμε με βαριά καρδιά να πούμε τα κάλαντα αποκλειστικά και μόνο για την κονόμα, άλλοι έφτιαχναν σπαθιά, άλλοι αυτοανακηρύσσονταν Ά Μέγας Βασιλιάς, Β' Μέγας Βασιλιάς και πάει λέγοντας μέχρι να μείνουν όλοι ικανοποιημένοι. Και γίνονταν όλα αυτά στο δρόμο. Το πόσο λίγο ήμουν σπίτι μου εκείνα τα χρόνια το διαπίστωσα πολύ αργότερα, τότε που σε παρέες όλοι μνημόνευαν την τάδε ή δείνα τηλεοπτική σειρά της κρατικής κι εγώ δεν ήξερα τη μαύρη τύφλα μου. Εντάξει, ήξερα ότι υπάρχει μια χώρα που την έλεγαν Φρουτοπία όπου έμενε ο Αιμίλιος το Μήλο, αλλά ως εκεί. Μάλλον όταν προβαλλόταν, έπαιζα ποδόσφαιρο με σπόντες -ντόπια αποκλειστικότητα- στον τάφο του Λεωνίδα. Ήξερα ότι ο Φιόγκος ήταν φα δίεση και ο Ρούχλας ήταν λα, αλλά για το πού τραγουδούσε ο Σεβαστιανός δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Μάλλον θα έπαιζα μπάσκετ στο αυτοσχέδιο Μέλαθρο της αυλής του Ψηλού. Έπαιξα μπάσκετ και σε ασφάλτινα γήπεδα, και σε παρκέ, και σε ανοιχτά και σε κλειστά -ή ημίκλειστα αν αναλογιστεί κανείς το πόσο έσταζαν όταν έπιαναν οι μπόρες στη Λακεδαίμονα. Σαν του Ψηλού πουθενά και ο λόγος ήταν τελικά απλός. Γιατί παίζαμε το παιχνίδι που μας άρεσε, όπως θέλαμε εμείς. Σε ελεύθερη διασκευή που λένε και οι καλλιτέχνες. Ένα στεφάνι υπερβολικά χαμηλό για να καρφώνουν όλοι ή σχεδόν όλοι. Με ασαφή τα όρια του γηπέδου και την μπάλα να παίζει ακόμη και πίσω στον χορταριασμένο ακάλυπτο. Μπορούσες να σουτάρεις από όπου τράβαγε η ψυχή σου, ακόμη και πάνω από τη σιδερένια σκάλα. Δεν σφυρίζονταν σχεδόν ποτέ βήματα για όσους ήταν επιρρεπείς. Το παιχνίδι πρώτα, οι κανόνες ύστερα. Σε αυτό το μυθικό τερέν και σε όλα τα γήπεδα που βρέθηκα με φίλους για να παίξω μπάσκετ, όλοι μας δοκιμάζαμε από κάτι περίτεχνο. Τη σταυρωτή-και-αμέσως-πίσω-από-την-πλάτη ντρίμπλα του Ντράζεν. Την αλλού-κοιτάω-αλλού-τη-δίνω πάσα του Μάτζικ. Τα ραβερσέ του Τζαμπάρ. Το κάρφωμα με ανοιχτά τα πόδια του Τζόρνταν, όταν ήταν χαμηλή η μπασκέτα. Το αστείο στυλ του Τζον Κόρφα. Δε θυμάμαι, όμως, ποτέ και κανέναν να δοκίμασε να κάνει κάποιο από τα κόλπα του Γκάλη. Όλοι τον ήξεραν και αντιμετώπιζαν με δέος αλλά κανείς δεν τολμούσε να τον μιμηθεί. Πάλι μετά από καιρό, προσπάθησα να δώσω μια ερμηνεία και κατέληξα στο ότι το μεγαλείο του Γκάλη δεν μπορούσε να αναπαραχθεί χωρίς το μοναδικό φονικό του βλέμμα και χωρίς αντιπάλους απέναντί του. Όπως το τάνγκο θέλει δύο, όπως ο γκάνγκστερ ζει και αναπνέει μόνο όταν υπάρχουν μπάτσοι ή αντίπαλες συμμορίες, έτσι και ο Γκάλης ήθελε αντίπαλο, έναν ή πολλούς. Κάθε σπάσιμο της μέσης, κάθε ντρίμπλα που άφηνε τον αντίπαλο να χαζεύει την τριχωτή του πλάτη, είχαν χάρη όταν γίνονταν μόνο από τον Γκάλη. Τι γούστο θα είχε να επιχειρήσει κανείς το τριπλό σπάσιμο στον αέρα όταν θα έλειπαν οι Τσατσένκο και Βολκόφ; Πόση ομορφιά μένει σε μια προσποίησή του όταν δεν αφήνει αποσβωλομένο τον Κούκοτς; Δυο μέρες τώρα χαζεύω αποσπάσματα από την εκδήλωση που έγινε προς τιμή του και βουρκώνω. Ξέρεις γιατί; Γιατί όταν ήρθε ο Γκάλης στην Ελλάδα, έμοιαζε με το να παίρνεις έναν λευκό καρχαρία και να τον πετάς σε ένα ενυδρείο για μαρίδες. Οι δύο πιο πιθανές λύσεις στο πρόβλημα θα ήταν είτε ο καρχαρίας να πεθάνει ασφυκτιώντας, είτε να καταλάβει κανείς έγκαιρα το λάθος και να τον γυρίσει στον ωκεανό. Ο Γκάλης επιφύλλασε για τον ελληνικό αθλητισμό την πλέον σουρρεαλιστική λύση. Να μεγεθύνει μόνος του το ενυδρείο και να πάρει από το χεράκι τις μαρίδες και να τις κάνει πιράνχας. Κια ξέρεις επίσης για τι άλλο; Γιατί, αν και θα μπορούσε να είναι κορυφαίος παίζοντας στις μισές στροφές, προτίμησε σεβόμενος πρώτα απ' όλα τον εαυτό του, να έχει το υψηλότερο κίνητρο μέχρι την τελευταία στιγμή. Για αυτό και για μένα είναι ο κορυφαίος Έλληνας αθλητής όλων των εποχών. Οι άλλοι ας συμβιβαστούν με τον Κεντέρη και την ντριμ τημ της άρσης βαρών.

 

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Το δυτικό δωμάτιο

Πάλι καλά που υπάρχουν φίλοι όπως ο Μιχάλης να μου θυμίζει τις ξεχασμένες μου υποσχέσεις, αυτές που δεν έδωσα μεν σε άλλους ωστε να εκτεθώ δημοσίως, αλλά καμιά φορά το να απογοητεύεις τον εαυτό σου με την ασυνέπειά σου είναι ακόμη χειρότερο από την απαξία στα βλέμματα των γύρω. Διαβάζοντας την πρόσφατη ανάρτησή του σχετικά με τον Δημήτρη Πετσετίδη και το έργο του, θυμήθηκα ότι, όταν τελείωσα την ανάγνωση του τελευταίου του διηγήματος με τίτλο Εν οίκω, είχα βάλει σκοπό να γράψω σχετικά με αυτό. Δίστασα όταν αντιλήφθηκα ότι δεν έχω ιδέα από τη φόρμα του διηγήματος καθώς τα μόνα διηγήματα που έχω διαβάσει είναι τα δικά του και η όποια κριτική μου θα περιοριζόταν σε διθυράμβους καθοδηγούμενους σε σημαντικό βαθμό και από την ιδιαίτερη συμπάθεια που τρέφω στο πρόσωπο του μαθηματικού-λογοτέχνη-σκιτσογράφου Πετσετίδη. Η βασική ιδέα, όμως, που διατρέχει όλο το βιβλίο και αφορά χαρούμενες ή λυπηρές ιστορίες ανθρώπων που διαδραματίζονται σε λογής λογής δωμάτια, με ώθησε να θυμηθώ και να γράψω για το δωμάτιο που σημάδεψε τη δική μου ζωή, για το δωμάτιο που νιώθω πιο οικεία από κάθε άλλο, για το δικό μου δωμάτιο, το οποίο -όσα σπίτια κι αν άλλαξα στην τσιμεντούπολη- συνεχίζει να βρίσκεται στη Σπάρτη.
Μέγεθος και χρώμα. Το δωμάτιο μου είναι το μικρότερο του διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου. Ο αδερφός Νικολάκης πήρε το μεγαλύτερο και απ' όσα αμυδρά θυμάμαι, αυτή η διανομή έγινε σχετικά αναίμακτα, κάτι το οποίο δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι συνέβη σε άλλες μεταξύ μας διενέξεις. Οι τοίχοι του έχουν χρώμα φυστικί, το διάλεξε η μαμά μου και ακόμη το υποστηρίζει πιο φανατικά και από Φρουρό της Επανάστασης του Αγιατολάχ στο Ιράν, στα περιοδικά βαψίματα του σπιτιού δε, το μόνο που τίθεται προς συζήτηση είναι ο τόνος του φιστικί χρώματος και μόνο. Περιττό να αναφέρω ότι το σκηνικό ολοκληρώνεται με ασορτί κουρτίνα με νεωτερικό μοτίβο σχεδίων, έτσι για να μη μας πούνε και μονόχνωτους. Θέλοντας και μη, συμπάθησα χρώμα και κουρτίνες σε σημείο τέτοιο που να έχω παραιτηθεί από όποια προσπάθεια αλλαγής της παγιωθείσης καταστάσεως, παρά τις τεράστιες πρακτικές δυσκολίες που συναντούσα όταν αναρτούσα αφίσες από συγκροτήματα ή το ιστορικό κολάζ μου -μπορείτε να φανταστείτε χειρότερο μπακ γκράουντ για το πρίσμα από το εξώφυλλο του Dark Side On The Moon ή για τον εκστασιασμένο ημίγυμνο Robert Plant από έναν φυστικί τοίχο;
Το περιεχόμενο. Ένα χαντ μέηντ κρεβάτι από οικογενειακό μας φίλο ξυλουργό, φτιαγμένο κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, ούτε ψηλό ούτε χαμηλό -μάλλον χαμηλό αφού ο σκύλος ανέβαινε χωρίς δυσκολία εκμεταλλευόμενος την απουσία αντιστάσεων εκ μέρους μου και κουλουριαζόταν στα πόδια μου όταν απολάμβανα τη μεσημεριανή μου ραστώνη. Οφείλω να αναγνωρίσω την ενόρασή του μάστορα όσο αφορά τις προοπτικές του ύψους μου, ούτε η κάσα δε θα μου ταιριάζει τόσο. Η πρώτη μου κλασσική κιθάρα γυμνή από χορδές. Ένα μπουζούκι της κακιάς ώρας που μου χάρισε ένας πολύ καλός φίλος. Μια βιβλιοθήκη με βιβλία του Ιουλίου Βερν και διάφορους τόμους πολιτικής οικονομίας και πολιτικά περιοδικά της ομογένειας που κουβάλησε σε μπαούλα ο πατέρας μου από τα ξένα, μια γοητευτική φωτογραφία του ιδίου να εκφωνεί πύρινους λόγους σε -παίρνω όρκο- σχετικά ολιγάριθμο ακροατήριο, ένα κουρδιστό παιχνίδι-τανκ που μου έκαναν δώρο εν είδει καζούρας πριν μπω φαντάρος, ένας ξεχαρβαλωμένος καλόγερος, ράφια με κασέτες αρχικά και σι ντι αργότερα. Τι ωραίες που ήταν οι κασέτες! Να αντιγράφεις τους τίτλους των τραγουδιών, να επιστρατεύεις το πολύ ή λίγο ταλέντο σου για να ζωγραφίσεις το λογότυπο του συγκροτήματος, να κοτσάρεις κάπου και την ημερομηνία που έγινε κτήμα σου. Μέχρι πριν κάμποσα χρόνια, σε ένα από τα ράφια δέσποζε ένα χοντροκομμένο φορητό ηχοσύστημα της Σόνυ πριν καταλήξει στο σπίτι της θείας μου και τροποποιηθεί το ρεπερτόριό του σε πιο εκκλησιαστικά ακούσματα.     
Το παράθυρο. Το δωμάτιό μου δεν έχει μπαλκόνι αλλά έχει παράθυρο. Ένα και καλό. Κοιτάζει προς τα δυτικά και σε ολόκληρο τον ορίζοντά του δεσπόζει ο Ταϋγετος. Από την περίφημη πυραμίδα στα νότια έως την καστροπολιτεία του Μυστρά στα βόρεια, το σκηνικό είναι αυτό και δεν αλλάζει. Υψώθηκαν πολυκατοικίες -ευτυχώς όχι τόσο ψηλές ώστε να μου στερήσουν τη θέα, φύτρωσαν κεραίες και φωτοβολταϊκά-ευτυχώς όχι τόσο άσχημα ώστε να μου αποσπάσουν την προσοχή. Συνεχίζω όταν ανοίγω ή κλείνω τις κουρτίνες να στέκω με δέος. Είτε όταν φυσάει νοτιάς και οι διαθλάσεις του φωτός από τη σκόνη σχηματίζει στα μάτια μου ιμπρεσιονιστικά τοπία, είτε όταν φυσάει βοριάς και η ατμόσφαιρα είναι τόσο καθαρή ώστε να διακρίνω το πιο στενό μονοπάτι, την πιο απόκρημνη πλαγιά, το τελευταίο δέντρο πριν την ερημωμένη κορυφογραμμή, το δέος είναι ίδιο. Με θυμάμαι να περιμένω τα πρώτα χιόνια το χειμώνα και το λιώσιμό τους την άνοιξη. Προσπαθώ να ξεχνάω τη στεναχώρια μου όταν αυτά έλιωναν πρόωρα.
Ο ήλιος θα δύει για πάντα βιαστικά και θα νυχτώνει γρήγορα στην κοιλάδα. Θα τον καταπίνει λαίμαργα το βουνό.
       

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

...All of which are american dreams...

Τι μεσολάβησε από την αυθεντική εμφάνιση την 14η Ιουνίου του 2000 μέχρι το προ ημερών αξιοπρεπέστατο αφιέρωμα των Καπηλίδη, Βήχου, Φράγκου και Παπάζογλου; Ή μάλλον, τι μεσολάβησε από τις αρχές της δεκαετίας του '90, όταν η μαμά μου ανέβαινε στην Αθήνα και περνούσε από το ακμαίο τότε Μετρόπολις φέρουσα σκονάκι με τους δίσκους που όφειλε να προσκομίσει αμά τη επιστροφή της στην κοιμώμενη επαρχία, μεταξύ των οποίων δέσποζε αυτός που στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο απεικόνιζε έναν μοναχό παραδομένο στις φλόγες, μέχρι και σήμερα; Τι έχω να θυμάμαι από αυτά τα περίπου είκοσι χρόνια, που δίχως άλλο κορυφώθηκαν τότε στην Πετρούπολη, σε ένα θέατρο που έβραζε τόσο που σχεδόν έλιωναν τα πέριξ νταμάρια; Τότε που για ενενήντα λεπτά βρεθήκαμε αιχμάλωτοι του πιο οργισμένου groove; Τότε που η ευρισκόμενη στο απόγειό της τετράδα επισκέφθηκε μια χώρα, της οποίας το κοινό έμελλε δεκατρία χρόνια μετά να έχει ανάγκη το κήρυγμά της περισσότερο από ποτέ, σίγουρα όχι για να το σώσει αλλά απλά και μόνο για να λυτρώσει την ψυχή του; Τι μεσολάβησε από τον σκυθρωπό και σεληνιασμένο νεαρό Zack De La Rocha του 1993 στον σαφώς πιο χαμογελαστό αλλά εξίσου σεληνιασμένο Zack De La Rocha του Battle of Britain το 2010, εκτός από την επί τα βελτίω αλλαγή στην κόμη; Με λίγα λόγια, τι γράφει ο έλεγχος των Rage Against The Machine εκτός από τις άκρως τιμητικές κατηγορίες για κακή διαγωγή;
Γράφει, λοιπόν, για έναν από τους πιο νεωτεριστές κιθαρίστες της τελευταίας εικοσαετίας. Κανείς, μα κανείς δεν παίζει κιθάρα σαν τον Morello. Δεν εννοώ καλύτερα ή χειρότερα. Μιλάω για τον τρόπο που χρησιμοποιεί το όργανο. Γράφει για έναν εκρηκτικό frontman, έναν οδοστρωτήρα επί σκηνής, έναν γλυκύτατο άνθρωπο κάτω από αυτή, που έμπαινε συχνά-πυκνά στο ρόλο του ρεπόρτερ για να πάρει συνέντευξη από τον Noam Chomsky ή από τους Ζαπατίστας, ή να διαμαρτυρηθεί για τα δικαιώματα των ιθαγενών, για ζητήματα δηλαδή τα οποία τύγχαναν ελάχιστης προβολής από τα αμερικανικά ΜΜΕ. Γράφει για ένα από τα πιο δεμένα και groovy rythm sections. Γράφει για κάποιες από τις πιο δαιμονιώδεις ζωντανές εμφανίσεις. Γράφει για τους πύρινους στίχους που έφτυνε με μίσος ο De La Rocha, χρησιμοποιώντας την αγγλική γλώσσα σε υψηλότατο επίπεδο, σε πείσμα όσων πιστεύουν ότι το τραγούδι διαμαρτυρίας περιορίζεται στα fuck και στα shit. Γράφει για έναν εκπληκτικό δίσκο με διασκευές, ο σκοπός του οποίου είναι να κοινωνήσει στο ακροατήριό τους όλους αυτούς που οι ίδιοι ένιωθαν ως καλλιτεχνικούς πατέρες τους, είτε αυτοί λέγονταν Dylan είτε MC5. Γράφει για ένα ιστορικό χτύπημα που έφεραν στη μουσική βιομηχανία και στον Simon Cowell το 2009 όταν η καμπάνια που οργάνωσαν θαυμαστές τους με σκοπό να εκθρονίσουν με το Killing In The Name την μπούρδα του X Factor από την κορυφή των χριστουγεννιάτικων charts στέφθηκε με επιτυχία. Αλλά βασικά γράφει για στιγμές σαν αυτή.


  
 Yes, I know my enemies They're the teachers who taught me to fight me, compromise, conformity, assimilation, submission, hypocrisy, brutality, the elite
All of which are American dreams

Τρίτη 8 Ιανουαρίου 2013

Φοβού

Να φοβόμαστε το λευκό το χιόνι, μην παγώσουμε... 
Να φοβόμαστε τη δροσερή τη βροχή, μην βρεχτούμε...
Να φοβόμαστε τον ζεστό τον ήλιο, μην καούμε... 
Να φοβόμαστε να παίξουμε, μην μας πουν χασομέρηδες...
Να φοβόμαστε να απεργήσουμε, μην μας πουν τεμπέληδες...
Να φοβόμαστε να ανάψουμε το τζάκι, μην μολύνουμε... 
Να φοβόμαστε να γελάσουμε, μην μας πουν ανώριμους... 
Να φοβόμαστε να κλάψουμε, μην μας πουν αδύναμους... 
Να φοβόμαστε να φωνάξουμε, μην μας πουν απολίτιστους...
Να φοβόμαστε να διεκδικήσουμε, μην μας πουν συντεχνία...
Να φοβόμαστε να διαδηλώσουμε, μην δημιουργήσουμε κακή εντύπωση...
Να φοβόμαστε να κρίνουμε, ίνα μην κριθούμε...

Να φοβόμαστε γενικώς. Μέχρι παράλυσης.

Τρίτη 1 Ιανουαρίου 2013

All we love we leave behind...

Λίγες μέρες πριν το γύρισμα του χρόνου, συνέλαβα εαυτόν να στέκει αποσβολωμένος με το άκουσμα του τελευταίου δίσκου των Converge. Αισθανόμενος λίγος, ανεπαρκής κι εκτός γνώριμων υδάτων ώστε να συντάξω ακόμη και δυο αράδες για αυτόν, ζήτησα από τον καρδιακό μου φίλο και φανατικό οπαδό των Converge Σάκη Γεροντίδη να γράψει αυτός μια κριτική. Μου πρόσφερε κάτι πολύ περισσότερο. Τον θαυμάζω -όπως μου αρέσει να θαυμάζω τους δικούς μου ανθρώπους- και τον ευχαριστώ από τα βάθη της καρδιάς μου. Είναι ο δικός μου Kurt Ballou. Είναι αδερφός. Χρόνια καλά σε όλους. 

Με πολλή χαρά (απο)δέχθηκα την 28η Δεκεμβρίου 2012 την πρόταση του φίλου μου Κώστα, να γράψω μία παρουσίαση του νέου άλμπουμ των Converge, για να την αναρτήσει στο ιστολόγιό του. Η ιδέα έσκασε right on time, γιατί εδώ και μέρες είχα νιώσει την ανάγκη να εκφραστώ συγγραφικά σε ένα μη νομικό, προσωπικό κείμενο. Το bluesundertheredsun.blogspot.com, αποτέλεσε το ιδανικό περιβάλλον, γιατί είναι το ένα από τα (μόλις) δύο ιστολόγια που παρακολουθώ συστηματικά, εκ των οποίων δε το μόνο που ανανεώνεται / εμπλουτίζεται συχνά.  
Το ερώτημα που με απασχόλησε μετά την αυθόρμητη καταφατική απάντησή μου, είχε να κάνει με το ύφος που η παρουσίαση θα μπορούσε να λάβει. Θα παρουσιάζει τον δίσκο ως αντι-κείμενο ή υπο-κείμενο; Η απάντηση στηρίχθηκε σε δύο δεδομένα:
α) Στην επί χρόνια συναναστροφή μου με το χώρο της μουσικής δημοσιογραφίας, που με έπεισε ότι σχεδόν κανείς δε γράφει για τη μουσική χάριν της μουσικής, αλλά για να καλύψει άλλες ανάγκες, άλλοτε του «γίγνεσθαι» ή του «είναι», και άλλοτε του «φαίνεσθαι».
β) Στο ότι η πολυσυλλεκτικότητα του ιστολογίου, ως διαδικτυακός αντικατοπτρισμός «του πνεύματος της οδού Θερμοπυλών», επιτρέπει, αν δεν επιβάλλει, το να γράφεις όχι μόνο ό,τι θες, αλλά όπως το θες.
Κατόπιν αυτών, και ξεκινώντας, σας λέω ότι δε θα γράψω πως ακούγεται ο νέος δίσκος των Converge, αλλά πως ακούω τον νέο δίσκο των Converge. Δε θα αναφερθώ στο σύνολο της μουσικής, εικαστικής και στιχουργικής δημιουργίας ως αισθητικό αποτέλεσμα. Αλλά στο κράμα εμπειριών που θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχει στον ακροατή, ώστε το άλμπουμ να του μιλήσει, όσο και όπως μίλησε σε εμένα.
Για τις ανάγκες της (κατά το δυνατόν συνοπτικής) παρουσίασης και μόνο, οι υποψήφιοι ακροατές χωρίζονται σε δύο ανθρωποτύπους, τα ειδοποιά χαρακτηριστικά των οποίων αντιπαραβάλλονται.
Έτσι υπάρχουν:
Εκείνοι που πήγαιναν σχολείο με το σχολικό, και εκείνοι που πήγαιναν πεζή με την παρέα τους, ακόμη και όταν έβρεχε.
Εκείνοι που έπαιξαν για πρώτη φορά αθλήματα στα γήπεδα αθλητικών συλλόγων, και εκείνοι που «έστησαν» τέρματα στις αλάνες και καλάθια στα περβάζια παραθύρων.
Εκείνοι που διάβασαν λογοτεχνία για να προετοιμαστούν για τη μελλοντική ζωή, και εκείνοι που διάβασαν για να εξηγήσουν την ενεστώσα ζωή.
Εκείνοι που έριξαν/έφαγαν για πρώτη φορά μπουνιά σε videogame, και εκείνοι που την έριξαν, την έφαγαν, και το πιο ανατριχιαστικό, την άκουσαν για πρώτη φορά στο δρόμο.
Εκείνοι που μπήκαν στο πανεπιστήμιο για να βρουν μια δουλειά, και εκείνοι που μπήκαν γιατί διερευνούσαν έναν ακόμη πιθανό τρόπο έκφρασης/εξέλιξης.
Εκείνοι που ενδόμυχα νιώθουν οικεία με την περσόνα του Christian Bale στο American Psycho, και εκείνοι που, αν και ενδεχόμενα το ίδιο «επιτυχημένοι», καίνε τις δάφνες (της ματαιότητας) του κοινωνικού στάτους, και βρίσκουν περισσότερο από τον εαυτό τους στο ‘A bout de souffle.
Εκείνοι που αν και κορίτσια και αγόρια, υποδύονται τις γυναίκες και τους άνδρες, και εκείνοι που αν και γυναίκες και άνδρες, υποδύονται τα κορίτσια και τα αγόρια, γιατί αντιμάχονται στην παιδικότητα, την υπαρξιακή μοναξιά της ενηλικότητας...
Οι πρώτοι, θα τα καταφέρουν στη ζωή τους. Οι δεύτεροι, θα ζήσουν τη ζωή τους. Θα πληγωθούν, θα πληγώσουν, θα πληγωθούν.
Οι πρώτοι, θα «εκτιμήσουν» το “All we love we leave behind”, και θα καταναλώσουν, όπως το οτιδήποτε, έτσι και αυτό. Οι δεύτεροι, θα το αγαπήσουν. Και θα ζήσουν με αυτό.
Γιατί έχει τα όλα τα φάρμακα της Τέχνης, που «κάμνουνε – για λίγο- να μη νοιώθεται η πληγή».
 

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Μια ταινία, ένα βιβλίο, μια εκπομπή, μια ταβέρνα και το ταξίδι μιας νότας

Όχι ότι αναπολώ ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Αν εξαιρέσεις τις αναλογικά ελάχιστες ημέρες του που με βρίσκουν να κάνω χαρούλες σαν θαλάσσιος ελέφαντας και να μουλιάζω στις θάλασσες της Κεφαλονιάς ή του Γυθείου, οι υπόλοιπες ημέρες του μάλλον με κουράζουν. Ανεξαρτήτως όμως αυτής μου της παραξενιάς, ετούτος ήταν ένας ωραίος Αύγουστος και, τώρα που πήρε δειλά-δειλά να χειμωνιάζει, λέω να τον μνημονεύσω.

Η ταινία: Ο Χορός των Κατασκόπων. Πολιτικό δράμα που διαδραματίζεται στο μαρτυρικό Belfast της Ιρλανδίας, όπου μια αγωνίστρια του IRA πέφτει στα χέρια της MI5 και βρίσκεται αντιμέτωπη με αμείλικτα διλλήματα. Ακεραιότητα ή προδοσία; Το καλό του γιου της ή του αδερφού της; Οικογένεια  ή επανάσταση; Η Andrea Riseborough ερμηνεύει και σπάει κοκκαλα ενώ αποκάλυψη για μένα ήταν το γεγονός ότι ο Clive Owen είναι τελικά κανονικός ηθοποιός. Δραματική περιγραφή της καθημερινότητας μιας πόλης ευρισκόμενης υπό κανονική στρατιωτική κατοχή, όπου ούτε κηδεία δεν μπορεί να γίνει χωρίς την έγκριση των Βρετανών. Τα θυμάστε, τα έχει τραγουδήσει και ο Bono πολύ πριν η εποχή της αθωότητας δώσει τη θέση της σε αυτή της γραφικότητας και πολύ πριν πέσει στο καζάνι με τα δολλάρια. Είχε δροσίσει και ήταν ωραία στο ΦΙΛΙΠ της Νέας Σμύρνης.
Το βιβλίο: Η δικαίωση του αίματος. Αγνοούσα παντελώς ότι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ντουέτα συγγραφέα και ήρωα στο σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα έλαβε τέλος. Ο συγγραφέας Ian Rankin αφήνει πίσω του τον επιθεωρητή John Rebus ολοκληρώνοντας έναν ένδοξο κύκλο μυθιστορημάτων και πάει για άλλα. Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο του Rankin με ήρωα τον επιθεωρητή Malkolm Fox, ο οποίος είναι βυθισμένος στα σκατά με το καλημέρα, αν αναλογιστεί κανείς ότι ανήκει στο τμήμα εσωτερικών υποθέσεων της σκωτσέζικης αστυνομίας, γεγονός μεθερμηνευόμενο σε αυτόματη κατάταξη του ήρωα από τους συναδέλφους του στην κατηγορία των ρουφιάνων. Μια καταγγελία εναντίον ενός μπάτσου για σεξουαλική παρενόχληση είναι μόνο η αφορμή για να πλέξει ο Rankin έναν απίστευτο ιστό όπου είναι σχεδόν αδύνατο να ξεχωρίσει κάποιος αν αυτό που τροφοδοτεί τους εμπλεκόμενους είναι η ζήλια, οι πολιτικές φιλοδοξίες, η ιδέα μιας ελεύθερης Σκωτίας, ο έρωτας ή η ασυδοσία. Τεχνικά θαυμαστό το γεγονός ότι το σενάριο τρέχει τόσα σε ενεστώτα όσο και σε παρελθόντα χρόνο. Τον Fox δεν κατάφερα να τον ψυχολογήσω αλλά θα μου δοθούν κι άλλες ευκαιρίες.
Η εκπομπή: Βρίσκομαι στο αγαπημένο μου Βαλεριάνο, ένα από τα ελάχιστα χωριά της Κεφαλονιάς που στερούνται κατάληξης εις -άτα και πατρίδα του μεγάλου θαλασσοπόρου Ιωάννη Φωκά ή Juan de Fuca ισπανιστί. Η αυλή φωτίζεται μόνο από μια κίτρινη λάμπα με θολό τζάμι πάνω από την ξεβαμμένη, κόκκινη, σιδερένια πόρτα του σπιτιού και δίπλα στη λάμπα ξεκουράζεται μια μεγάλη σαύρα, η οποία πού και πού μου κάνει τη χάρη να με απαλλάσσει από κάποιο αιμοβόρο κουνούπι. Έχω βγάλει ένα παλιό ντιβάνι της γιαγιάς από το χωλ στην αυλή, έχω επιτελέσει το καθήκον μου να ανάψω τη φωτιά στην ψησταριά, έχω παραδώσει τη θράκα στις κοπέλες για να ψήσουν τα καλούδια και ξαπλώνω κοιτώντας από τις τρύπες της κληματαριάς έναν ουρανό που ποτέ δεν μπορούσα να φανταστώ ότι μετράει τόσα αστέρια. Κυλάω το κουμπί του τραντζίστορ και η βελόνα σταματάει στο Δεύτερο, όπου ο Γιάννης Μπαχ Σπυρόπουλος μου κάνει ένα υπέροχο δώρο. Παίζει ολόκληρο το Ηοt Rats του Frank Zappa, χωρίς πετσοκόμματα, χωρίς διαφημίσεις ή φλυαρίες. Δεν ξέρετε πόσο ωραίο ακουγόταν το The Gumbo Variations, το Peaches en Regalia και το Little Umbrellas συνοδεία τζιτζικιών και τριζονιών! Νομίζω ότι το βράδυ μέσα στον ύπνο μου αναφωνούσα "δόξα και τιμή στον Zappa και τον Underwood". Η απόπειρα για μπάρμπεκιου σως απέτυχε παταγωδώς για δεύτερο συναπτό έτος. Κάλλιστα θα μπορούσα να την παραχωρήσω στους μπάτσους για δακρυγόνο στις πορείες.
Το ταξίδι μιας νότας: Η πανσέληνος της τριακοστής πρώτης του Αυγούστου ήταν μοναδική, όχι επειδή ήταν πανσέληνος αλλά επειδή είχα την τύχη να ακούσω τον Σταύρο Λάντσια και την ορχήστρα του στο θέατρο της Ρεματιάς. Δεν θα πω πολλά καθώς τα λόγια κυριολεκτικά είναι φτώχεια. Κι αν δάκρυσαν και κάποια μάτια, και τι μ' αυτό, αρκεί που γαλήνεψαν οι ψυχές μας. 
Η ταβέρνα: Οι συνθήκες ήταν τέτοιες που θα επιβίωναν μόνο οι ισχυροί. 35 βαθμούς Κελσίου έδειχνε το θερμόμετρο, δέκα το βράδυ το ρολόι και όλοι οι προσκεκλημένοι είχαμε ενημερωθεί εκ των προτέρων ότι το μενού στην ταβέρνα στην άκρη της Σπάρτης θα περιελάμβανε αποκλειστικά γίδα γκιούλμπασι (ήτοι στη λαδόκολα, μόνο με αλατοπίπερο, λίγο βούτυρο και σκόρδο, στο φούρνο για περίπου πεντ' έξι ώρες) συν τα περιφερικά συνοδευτικά. Το δείπνο ήταν θεσπέσιο, η μπύρα παγωμένη -αν και δεχτήκαμε μομφή από τον μύστη των αμνοεριφιών για την επιλογή μας έναντι του οίνου- τα δάχτυλά μας βυθισμένα στο λίπος, αλλά όλα αυτά αποκτούν χαρακτήρα μυσταγωγικό όταν τα μοιράζεσαι με τους δικούς σου ανθρώπους. Τους φίλους σου. Τους παιδικούς σου φίλους. Αυτούς που τους θυμάσαι να σε συνοδεύουν και να τους συνοδεύεις από τις απαρχές της μνήμης σου. Άλλο πράγμα. Ευχαριστώ σύντροφε Πάνο. Και του χρόνου.


Κυριακή 10 Ιουλίου 2011

iWriting On The Wall

Η κασέτα σε ένα σκονισμένο κουτί. Δεν ξέρω πώς έπεσα πάνω της, πάντως έπαιζε. Ούτε ο πατέρας μου ήξερε πότε και πού την έγραψε.
Το διπλό CD, στην προνομιακή τιμή των εννιά χιλιάδων οχτακοσίων δραχμών. Το βλέπω, εδώ δα, μπροστά μου, δίπλα στην οθόνη του υπολογιστή. Στο εξώφυλλο, τα τούβλα δε φαίνονται και τόσο λευκά μετά από κοντά είκοσι χρόνια.  Μάλλον θα κάνω καιρό να το ξανακούσω μετά τα προχθεσινά. 
Η αφίσα στο δωμάτιο, πάντα έφευγαν τα πηχάκια. Σκίστηκε από τον αέρα του δυτικού παραθύρου και δεν αντικαταστάθηκε. Θα επανορθώσω. 
Η φωτογραφία του θείου ακουμπισμένου στην πέτρινη μάντρα έξω από το σπίτι στην Κεφαλονιά, φορώντας μπλούζα με τον Τοίχο. Άσπρη με μαύρα μανίκια και τα σκίτσα του Scarfe επάνω στα τούβλα. Η καλύτερη που έχω δει. Έχω προσπαθήσει να την βρω, αλλά μάταια. Θα ξαναψάξω και φέτος στα μπαούλα της γιαγιάς.
Το θρανίο, όλο ζωγραφισμένο με τον Τοίχο, τα χαλάσματα τα μπάλωναν στίχοι. Ο γείτονας Πέτρος διόρθωνε τις ατέλειες με επιτυχία. Δε θυμάμαι τίνος ιδέα ήταν να το ντύσουμε με αυτοκόλλητο νάυλον.
Η ταινία σε κάποια βιντεοκασέτα, η μηχανή του κιμά, τα λουλούδια που ερωτοτροπούν, οι βόμβες, η δίκη και η άθλια κρατική τηλεόραση να μπερδεύει -λογοκρίνει- τα αρχίδια (balls) με τα κόκκαλα (bones). Αιδώς...
Το μέντλεϋ με τους Λεχρίμι, το Hey You με τους Βαβελ. Αμφότερα προβάρονταν στην υπόγα, οδηγώντας τον ένοικο του ισογείου στην παραφορά.
Η ερώτησή μου αφού μου έδειξε το Is There Anybody Out There? στην κλασσική κιθάρα. "Μάκη, γιατί λες να το διαλύσανε μετά το The Wall;" "Γιατί οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να παρακολουθήσουν τον Waters". Πολύ πιθανό.
Τα αποκόμματα από τις εφημερίδες, με τους Waters και Wright να ξεκατινιάζονται δια συνεντεύξεων. 
Οι μπλούζες, λευκές, γέμιζαν τούβλα και αδέξια γραμμένες λέξεις από έναν μαύρο ανεξίτηλο μαρκαδόρο. Μία δικιά μου, μία του κολλητού.
Η φωτογραφία στην επικεφαλίδα του μπλογκ. Από άλλο τοίχο αυτή. Ή μήπως όχι;  
Το αγαπημένο μου τραγούδι; Κατά καιρούς όλα του δίσκου. Τα τελευταία χρόνια, το Nobody Home. Μπορεί να φταίει το ότι I got thirteen channels of shit on the TV to choose from. Ή ότι I've got a strong urge to fly, but I got nowhere to fly to (?)
Έχω μια σοβαρή υποψία ότι η ογδόη Ιουλίου του δύο χιλιάδες έντεκα ήταν η πιο ευτυχισμένη ημέρα της ζωής μου.


 

Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου 2010

Και κοιλιά περίδρομο!

Έπαιξα βρώμικα, το παραδέχομαι. Το χτύπημα ήταν κάτω από τη ζώνη και αδικαιολόγητο για ένα μαντράχαλο σαν την αφεντομουτσουράνα μου. Αλλά επειδή μάλλον έχουν δίκιο οι κυνικοί ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, το αποτέλεσμα έσβησε κάθε ίχνος τύψης, η οποία εδώ που τα λέμε δε μου είχε κάνει και τη ζωή ποδήλατο. Εξηγούμαι. Γκρίνια στη μάνα μου μετά την εθιμοτυπική ερώτηση "πώς τα πάτε" για το ότι ο αδερφός Νικολάκης δε με προσέχει τώρα που εγώ βαράω υπερωρίες στο ίδρυμα ενώ αυτός κάθεται. Ακολουθεί το νομοτελειακά αναμενόμενο feedback-κράξιμο της μάνας μου στον αδερφό μου. Έπεται ο εξάψαλμος του αδερφού σε μένα. "Καλά ρε, πήρες τη μαμά και κλαιγόσουνα"; Ο στόχος επετεύχθη όταν πληγώθηκε ο μαγειρικός εγωισμός του κατηγορούμενου, ο οποίος στην προσπάθειά του να βγει από το στενό μαρκάρισμα της οικογένειας, υπερέβαλε μαγειρικόν εαυτόν. Αποτέλεσμα:
Τρίτη: Λαζάνια με σπανάκι, κιμά και λιωμένο τυρί στο φούρνο. Τρώγαμε όλη μέρα, ακόμα και στον ύπνο μας.
Τετάρτη: Τσιπούρα στο φούρνο, γεμιστή με φινόκιο, άνιθο, μανιτάρια και σκόρδο. Σερβιρίστηκε και καταβροχθίστηκε με σχετική σως με βάση τη μαγιονέζα και πατάτες φούρνου.
Πέμπτη: Φασολάδα με πιπεριές και λουκάνικο. Πλαισιώθηκε από καπνιστό τυρί Μακεδονίας και σαρδέλες. 
Δεν ξέρω για πόσο θα λειτουργεί αυτό το αντανακλαστικό, αλλά αφού είδα ότι λειτουργεί, δεν πρόκειται να το αφήσω ανεκμετάλλευτο!

Δευτέρα 20 Σεπτεμβρίου 2010

Δεκάλογος

Δεν μπορούσα να αφήσω την πρόσκληση του Χρήστου να πέσει στο κενό, ειδικά μετά το παραλήρημα γκρίνιας που προηγήθηκε. Καθυστέρησα για λόγους ανωτέρας βίας, αλλά τώρα και μετά έναν αναζωογονητικό μεσημεριανό ύπνο, είμαι έτοιμος!
Αφού ενημερώσω ότι η σειρά είναι τυχαία, ξεκινάω το μέτρημα.
  1. Το solo του David Gilmour στο Time. Η αποθέωση της κομψότητας και η επιβεβαίωση της ρήσης "τι θα ήταν το rock χωρίς το feedback";
  2. Το Κορώνι. στην Κεφαλονιά και η τεράστια αμμουδερή πλαγιά που σκαρώνουν τα κύματα τους χειμώνες για να κάνουμε ο αδερφός μου κι εγώ τούμπες τα καλοκαίρια. 
  3. Τα "Βαμμένα Κόκκινα Μαλλιά". Τα διάβαζα στην πρώτη μου επίσκεψη στο Παρίσι και ήμουν απόλυτα σίγουρος ότι κανείς από όσους επιβάτες του μετρό κρατούσαν βιβλίο δε διάβαζε κάτι πιο σπουδαίο.
  4.  Η κιθάρα μου, η οποία σίγουρα άξιζε να βρίσκεται στα χέρια κάποιου καλύτερου από μένα, αλλά επειδή μάτωσα για να την αγοράσω θα συνεχίζει να ταλαιπωρείται από τα κουλά μου. 
  5. Ο μεσημεριανός ύπνος, ο τόσο παρεξηγημένος. Μιλάς με κάποιους ματαιόδοξους και σου λένε ότι θα κοιμηθούν μια και καλή όταν πεθάνουν, ότι σπαταλάς το χρόνο σου και λοιπές γραφικότητες. Απορώ πώς στερούν από τον εαυτό τους αυτό το ελιξήριο. 
  6. Το Βερολίνο, στο οποίο ίσως να πέρασα την καλύτερη εβδομάδα της ζωής μου. Έχω φανταστεί άπειρες φορές τον εαυτό μου μόνιμο κάτοικο, τυλιγμένο σε κασκόλ και πουλόβερ, να ζω και να αναπνέω σε αυτόν τον παράδεισο με τον άνθρωπό μου, να συναναστρέφομαι με τους ανοιχτόμυαλους ανθρώπους του, να βομβαρδίζομαι από ερεθίσματα.... αλλά κάπου εκεί κάποια γριά με παίρνει αμπάριζα στο μετρό για να μου θυμίσει ότι πρέπει να αλλάξω γραμμή αν θέλω να κατέβω Αμπελόκηπους.
  7. Να γνωρίζω συναρπαστικούς ανθρώπους, με τους οποίους ξεχνώ πόσο χρόνο (ή και χρόνια) έχω σπαταλήσει ασχολούμενος με φελλούς.
  8. Ο Μάρκαρης, ο Καμιλέρι, ο Τάιμπο, ο Ελρόυ και όλοι αυτοί οι γραφιάδες αστυνομικού μυθιστορήματος, οι οποίοι με βοηθούν μέσω των ηρώων τους να ζήσω κι εγώ το μύθο μου. 
  9. Το Ταξίδι στα Κύθηρα. Αυτό το οποίο έκανα το 1986 με την ευρύτερη οικογένεια, αυτό το οποίο ελπίζω να επαναλάβω του χρόνου αλλά και αυτό του Αγγελόπουλου, με τον πιο λεβέντη Έλληνα
  10. Το κυριακάτικο πρωινό, με γάλα, κέικ, εφημερίδα και μουσική. 
Αν κατάλαβα καλά, ήρθε τώρα η σειρά μου να στείλω την πρόσκληση σε δέκα φίλους μπλόγκερς. Καλώ λοιπόν στο βήμα τους ακόλουθους:
Συμπαθάτε με αλλά, καθότι νέος στο κουρμπέτι δε συμπληρώνω δέκα που να χτυπιέμαι σαν χεβιμεταλάς από το Αγρίνιο!